Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Το Βουλγαρικό Κράτος (680-815) και οι Βυζαντινοί, σύμφωνα με τη Χρονογραφία του Θεοφάνη



Σχετικά με το Θεοφάνη και τη Χρονογραφία του.

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής είναι χρονογράφος της πρώτης βυζαντινής περιόδου. Έζησε το Βυζάντιο σε μία ταραχώδη εποχή, που χαρακτηρίζουν απ΄ τη μια η Εικονομαχία και απ΄ την άλλη τα ανοιχτά μέτωπα σε Ανατολή (Άραβες), Βαλκάνια (Βούλγαροι) και Δύση (Λογγοβάρδοι, σχέσεις με τον Πάπα , Καρλομάγνος - αμφισβήτηση του πρωτείου του βυζαντινού ηγεμόνα ως του μοναδικού Ρωμαίου Αυτοκράτορα.)
Οι πηγές για τη ζωή του είναι κυρίως αγιολογικές , εφόσον ανακηρύχθηκε Άγιος το 10ο αιώνα. Γεννημένος γύρω στα 760, υπήρξε γόνος πλούσιας οικογένειας και παντρεύτηκε νεότατος, πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Με τη σύζυγό του Μεγαλώ επέλεξαν από κοινού, γύρω στα 780, το μοναχικό βίο. Ο Θεοφάνης υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της λατρείας των εικόνων. Λόγω μάλιστα της ενεργούς ανάμειξής του στο κίνημα των εικονόφιλων φυλακίστηκε όταν ήταν αυτοκράτορας ο Λέων Ε’. Πέθανε στις 12 Μαρτίου του 818 .
Με τη Χρονογραφία του ο Θεοφάνης, συνεχίζει το ημιτελές έργο ενός άλλου χρονογράφου , του Γεώργιου Σύγκελλου, καλύπτοντας την περίοδο 284 – 813 . Απ’ ό,τι φαίνεται ο Σύγκελλος δεν παρότρυνε μόνο το Θεοφάνη να καταγράψει τα μετά του 284 γεγονότα, αλλά και του παρέδωσε πλούσιο υλικό από το προσωπικό του αρχείο γι’ αυτόν το σκοπό. «Η χρονογραφία του πάντως διαφέρει ουσιαστικά από το κείμενο του Σύγκελλου – άλλωστε πρόκειται για δύο διαφορετικά χρονογραφικά έργα, με εντελώς διαφορετικούς στόχους και ιστορικά πλαίσια».
Η Χρονογραφία του Θεοφάνη δε χαρακτηρίζεται από γλωσσική ομοιομορφία . Ο χρονογράφος ακολουθεί κάπου το κοινό γλωσσικό ιδίωμα του λαού, αλλού τη λόγια γλώσσα των βυζαντινών. Αυτό ίσως να οφείλεται στις διαφορετικές γλωσσικές τάσεις των πηγών του , τις οποίες συχνά παραθέτει χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία.
Ιδιαίτερα λεπτομερής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεοφάνης εντάσσει τα ιστορούμενα γεγονότα στο χρόνο. Χρησιμοποιεί τη χρονολόγηση από κτίσεως Κόσμου (την αλεξανδρινή χρονολογία – 5.492πΧ), και πληθώρα άλλων χρονικών διακριτικών όπως το σωτήριο έτος (της του Χριστού γεννήσεως), το έτος Πατριαρχίας καθενός από τους τέσσερις πατριάρχες και ενίοτε του Πάπα και τέλος, το έτος βασιλείας του εκάστοτε βυζαντινού αυτοκράτορα, Πέρση βασιλιά και Άραβα χαλίφη. Αναφέρονται επίσης οι ινδικτιώνες .
Η σπουδαιότητα της Χρονογραφίας είναι μεγάλη, όπως προκύπτει από τη διάδοση που είχε ως πηγή για μεταγενέστερους ιστορικούς και χρονογράφους. (Γεώργιος Μοναχός, Ψευδοσυμεών , Σκυλίτζης-Κεδρηνός) . Έχει μάλιστα διατυπωθεί η άποψη ότι κυκλοφορούσε η Χρονογραφία το 10ο αιώνα, την εποχή της αγιοποίησης του Θεοφάνη, ως σχολικό εγχειρίδιο.

Εισαγωγή
α. Η καταγωγή και τα φυλετικά χαρακτηριστικά των (Πρωτο)Βουλγάρων.
Η απώτατη καταγωγή των Βουλγάρων δεν έχει τελείως ξεκαθαριστεί. «Ο Κωνσταντίνος Ε΄ εγκαίρως διείδε στο βουλγαρικό έθνος τον μελλοντικό εχθρό της αυτοκρατορίας». Ασκώντας αρχικά αμυντική πολιτική , μετέφερε στη Θράκη κατοίκους από τη Συρία και την Αρμενία για να πυκνωθεί ο εκεί βυζαντινός πληθυσμός. Καθώς τα κριτήρια για τη μετοίκηση δεν μπορούσαν να είναι θρησκευτικά, μεταφέρονται στα Βαλκάνια πολλοί μονοφυσίτες και Παυλικιανοί «και επλατύνθη η αίρεσις των Παυλικιάνων». Πρόκειται για πρακτική που είχε εφαρμοστεί και άλλοτε και είχε ως αποτέλεσμα την ευρεία εισαγωγή «αιρετικών» - σε ό,τι αφορά το επίσημο δόγμα της αυτοκρατορίας - στις ευρωπαϊκές της επαρχίες Απ’ ό,τι φαίνεται προχώρησε και στην κατασκευή κάστρων (καστροπολισμάτων), τα οποία επανδρώθηκαν με μέρος αυτών των εποίκων. Όλ’ αυτά οι Βούλγαροι τα θεώρησαν προκλήσεις και απαίτησαν «πάκτα», αίτημα που απέρριψε ο Κωνσταντίνος , κι έτσι βρέθηκαν γι’ ακόμη μια φορά να λεηλατούν την περιοχή έξω από τα Τείχη της Κωνσταντινούπολης(756).

ΙΙ. Οι εκστρατείες μεταξύ των ετών 759 – 765 .
Έχοντας στο νου του ο Κωνσταντίνος στην άμεση καταστολή του βουλγαρικού κινδύνου, οργανώνει το 759/760 νέα πολεμική εκστρατεία. Φτάνοντας στην Κλεισούρα της Βερεγάβας , συναντά βουλγαρική αντίσταση. Σ΄ αυτό το σημείο ανακόπηκε και η προέλαση των βυζαντινών: Στη μάχη που ακολούθησε "οι Βούλγαροι…πολλούς των αυτου ανειλον , εν οις καί Λέοντα, πατρίκιον καί στρατηγόν των Θρακησίων, καί Λέοντα έτερον, λογοθέτην του δρόμου". Η ατυχής έκβαση της μάχης απέδειξε πως στο πέρασμα αυτό ήταν δύσκολο για οποιονδήποτε επιτιθέμενο στρατό να νικήσει. Στο εξής θα διαπιστωθεί μια αλλαγή στη στρατηγική του Κωνσταντίνου, που θα εφαρμοστεί στην εκστρατεία του 763 .
Τότε, η φιλοπόλεμη βουλγαρική παράταξη ανέβασε στο θρόνο με πραξικόπημα τον Τελέτζη. Μεγάλος αριθμός Σλάβων κατέφυγε στον αυτοκράτορα για προστασία. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο Κωνσταντίνος πορεύτηκε με στρατό στη Θράκη, ενώ παράλληλα επέλεξε τη θαλάσσια οδό διά του Ευξείνου για να μεταφέρει το ιππικό του. Ο Τελέτζης πληροφορούμενος όλ’ αυτά εγκατέστησε 20.000 Σλάβους στα «οχυρώματα» , δηλαδή τις κλεισούρες του ανατολικού Αίμου . Ο βυζαντινός στρατός στρατοπέδευσε στον κάμπο της Αγχιάλου .

Στη μάχη που ακολούθησε στα τέλη Ιουνίου ο Τελέτζης ηττήθηκε κατά κράτος και τράπηκε σε φυγή . Ακολούθησε μεγαλειώδης θρίαμβος του Κωνσταντίνου στην Πόλη. Η νίκη των βυζαντινών δυνάμεων είχε ως αποτέλεσμα την αιματηρή ανατροπή του Τελέτζη και την άνοδο του φιλειρηνικού Σαβίνου. Η επιθυμία του να συνάψει άμεσα ειρήνη θα του στερήσει τελικά την εξουσία. Το επόμενο έτος βρίσκει το Σαβίνο προστατευόμενο του αυτοκράτορα στη βυζαντινή Μεσημβρία και , το φιλοπόλεμο Παγάνο, στο βουλγαρικό θρόνο.
Πριν περάσουν δύο χρόνια, ο Κωνσταντίνος, «του Σαβίνου συγκαθεζομένου αυτω», πραγματοποίησε έναν διπλωματικό αντιπερισπασμό: αφού συνήψε ειρήνη με τον Παγάνο («ειρήνην απατηλήν»), συνέλαβε το Σκλαβούνο, φιλοβούλγαρο Σλάβο ηγεμόνα που λυμαινόταν για καιρό τη Θράκη και, βρίσκοντας αφύλακτα τα περάσματα (κλεισούρες), εισέβαλλε στη Βουλγαρία μέχρι τον ποταμό Τζίκα, παραδίδοντας στη φωτιά και την εστία του Βούλγαρου ηγεμόνα. Στη συνέχεια αποχώρησε (765).


ΙΙΙ. Οι εκστρατείες μεταξύ των ετών 774 – 775.
Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, ο Κωνσταντίνος επανέρχεται στη Βουλγαρία. Το 774 οργανώνει μια ακόμα εκστρατεία. Το ιππικό του (καβαλλαρικά θέματα) παρατάχθηκε μπροστά στις κλεισούρες του ανατολικού Αίμου για να απασχολήσει το βουλγαρικό στρατό. Ο ίδιος, με το στόλο του, θα εισερχόταν στη Βουλγαρία πλέοντας στο Δούναβη. Από εκεί κατευθύνθηκε προς τη Βάρνα. Ο κίνδυνος να περικυκλωθούν οι Βούλγαροι ήταν μεγάλος και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν.
Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους44 οι Βούλγαροι ήρθαν σε επαφή με τους Σλάβους της Βερζιτίας, περιοχής στα βυζαντινο-βουλγαρικά σύνορα. Σκοπός τους ήταν να υποκινήσουν επανάσταση του εκεί σλαβικού στοιχείου, που πρόσκειτο φιλικά στο βυζαντινό αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας ενημερώθηκε γι’ αυτές τις ενέργειες από κατασκόπους . Με επαρκείς δυνάμεις κινήθηκε προς την περιοχή και αιφνιδίασε τους Βουλγάρους στα Λιθοσώρια. Εκεί οι Βούλγαροι ηττήθηκαν και το εγχείρημά τους απέτυχε.
Η τελευταία εκστρατευτική προσπάθεια του Κωνσταντίνου Ε΄ ξεκίνησε τον Αύγουστο του 775. Ο Θεοφάνης μας πληροφορεί πως ο αυτοκράτορας ασθένησε καθ΄ οδόν και αναγκάστηκε να μεταφερθεί στη Σηλυμβρία 45. Από εκεί επιβιβάστηκε σε πλοίο με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη. Τελικά ξεψύχησε εν πλω, ανοιχτά του Στρογγυλού Καστελλίου, παραλιακή τοποθεσία ανατολικά της Βασιλεύουσας .

γ. Περιορισμένης σημασίας συγκρούσεις κατά το τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνα . (775-άνοδος Κρούμου)
Αν οι Βούλγαροι είχαν εξαντληθεί, όπως είναι φυσικό, από τις αλλεπάλληλες εκστρατείες του Κωνσταντίνου Ε’, το ίδιο ίσχυε και για τους βυζαντινούς. Επιπλέον και τα δύο κράτη είχαν να αντιμετωπίσουν πολιτικές κρίσεις. Οι σχέσεις τους λοιπόν μέχρι τα τέλη του 8ου αιώνα είναι , όπως θα αναμενόταν, ειρηνικές και η βυζαντινή «επιθετικότητα» περιορισμένη. Μόνο σε τρεις ουσιαστικά περιπτώσεις σημειώθηκε κάποια κινητικότητα στην περιοχή.
Ι. Το περιστατικό του Στρυμόνα (789)
Περιορισμένης έκτασης εκστρατεία , αφορά σε ένα περιστατικό στο Στρυμόνα. Κατά την αφήγηση του Θεοφάνη, ο στρατηγός της Θράκης Φιλητός συγκέντρωσε το στρατό του στο ποταμό Στρυμόνα, όπου δέχτηκε αιφνιδιαστική βουλγαρική επίθεση. Συνέπειά της ήταν ο θάνατος του ιδίου και αρκετές απώλειες στο στράτευμά του .

ΙΙ. Η ίδρυση του κάστρου «Μαρκέλλων» και η στρατιωτική επιχείρηση του 792. Το περιστατικό στην Αβρολέβα. Το 792 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Στ΄ «επεστράτευσε κατά Βουλγάρων και έκτισε το κάστρο Μαρκέλλων». Ο Βούλγαρος ηγεμόνας Κάρδαμος περίμενε στα «οχυρώματά» του (τις κλεισούρες του ανατολικού Αίμου). Η όλη επιχείρηση δεν οργανώθηκε σωστά: Ο αυτοκράτορας, παρασύρθηκε σε μάχη από οιωνοσκόπους και ηττήθηκε. Ο ίδιος κατόρθωσε να διαφύγει στην Κωνσταντινούπολη, το τίμημα σε ζωές όμως ήταν μεγάλο. Η ειρήνη με τους Βουλγάρους επετεύχθη με την καταβολή πρόσθετων «πακτών», οι οποίες όμως δεν καταβάλλονταν κανονικά, όπως προκύπτει έμμεσα από το κείμενο του Θεοφάνη.
Τελικά η απροθυμία του αυτοκράτορα να καταβάλλει την πάκτα οδήγησε (λίγο πριν το 796) σε θερμό επεισόδιο: Ο Κωνσταντίνος με στρατό έφτασε στη Βερσινικία και ο Κάρδαμος κινήθηκε ως το δάσος της Αβρολέβας, όπου τον ακολούθησε κι ο αυτοκράτορας. Επί 17 ημέρες ο Κωνσταντίνος τον προκαλούσε σε μάχη , η οποία δεν έγινε ποτέ. Μετά το πέρας αυτών των ημερών , οι δύο στρατοί αποχώρησαν.

3. Το βουλγαρικό κράτος μετά την άνοδο του χαγάνου52 Κρούμου στο θρόνο.
Στις αρχές του 9ου αιώνα το καρλομαγνικό ρωμαϊκό καθεστώς, στα πλαίσια της πραγμάτωσης της δικής του ρωμαϊκής οικουμενικής ιδέας, καταλύει το αβαρικό κράτος (803). Η γεωπολιτική θέση της Βουλγαρίας άλλαξε δραματικά: Το πρωτοβουλγαρικό κράτος βρισκόταν πλέον ανάμεσα σε δύο χριστιανικά - «ρωμαικά» κράτη. Ήδη ήλεγχε κάποιους από τους εμπορικούς δρόμους της Βαλκανικής (ανατολική ροή - δέλτα Δούναβη), ενώ κάποιοι άλλοι δεν ήταν «ασφαλείς» λόγω της ύπαρξής του. Λογικό ήταν ότι ο νέος χαγάνος των Βουλγάρων Κρούμος θα κινούνταν και δυτικότερα, εναντίον των εκεί νοτιοσλαβικών φύλων για να εξασφαλίσει τον έλεγχο ενός ακόμα μεγαλύτερου μέρους του πλωτού ποταμού και του εμπορικού οδικού δικτύου . Καθώς οι Σλάβοι των Βαλκανίων ήταν εξαρτημένοι από το Βυζάντιο, δεν άργησε να ανατείλει μια νέα εποχή συγκρούσεων.
Η πρώτη κατά τον 9ο αι. εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων θα οργανωθεί από το Νικηφόρο Α’ (806-809). Ματαιώθηκε όμως από τον ίδιο πριν καν εισέλθει στη Βουλγαρία και ενώ βρισκόταν στην Αδριανούπολη, μετά την αποκάλυψη μιας συνωμοσίας στο βασιλικό περιβάλλον .

Ι. Το νέο περιστατικό στον ποταμό Στρυμόνα και η άλωση της Σαρδικής (809).
Το 809 οι βούλγαροι κάνουν αιφνιδιαστική επίθεση «τω λαω (=στρατηγείο) εν τω Στρυμόνι» και αποσπούν 1.100 λίτρες χρυσού, χρήματα που προορίζονταν για τη μισθοδοσία του στρατηγικού στρατού. Ο επικεφαλής του , αρκετοί αξιωματούχοι αλλά και απλοί στρατιώτες σφαγιάστηκαν.
Την άνοιξη του ίδιου έτους ο Κρούμος, λίγο πριν το εορτασμό του Πάσχα, κατέλαβε τη Σαρδική (Σόφια) μετά από σκληρή μάχη. Η πόλη ήταν καλά οχυρωμένη και διέθετε εξαιρετικά στρατηγική θέση δεσπόζοντας στις οδούς προς νότο και ανατολή . Απ’ ό,τι φαίνεται όμως δεν την διατήρησε για πολύ , καθώς μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ο Νικηφόρος σχεδίαζε «την δε παραληφθεισαν Σερδικήν οικοδομειν…». Ο Θεοφάνης δεν εξηγεί με ποιον τρόπο «παρελήφθη» η Σόφια από τους βυζαντινούς .

ΙΙ. Η εκστρατεία του 811.
Το καλοκαίρι του 811 ο Νικηφόρος πραγματοποιεί εκστρατεία με στρατό απαρτιζόμενο από περατικά θέματα. Η κατάσταση του στρατεύματος δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Βρισκόμενος στις Μαρκέλλες, το κάστρο που είχε κτίσει ο Κωνσταντίνος Ε’ το 792 μπροστά από τις κλεισούρες του Αίμου , δέχτηκε πρόταση ειρήνης από τον Κρούμο. Η πρόταση απορρίφθηκε και ο βούλγαρος χάνος αποχώρησε από την περιοχή. Ο Νικηφόρος κινήθηκε «δι΄ αβάτων τόπων ριψοκινδύνως» και εισήλθε στη Βουλγαρία. Φτάνοντας στην πρωτεύουσα του Κρούμου Πλίσκα εξόντωσε τους υπερασπιστές της και, αφού «την λεγομένην αυλήν του Κρούμου ενέπρησεν», επιδόθηκε σε λεηλασίες και σφαγές αμάχων χωρίς διακρίσεις .
Όσο όμως οι βυζαντινοί λεηλατούσαν την ορεινή έδρα του Κρούμου, αυτός, με μεθοδευμένες ενέργειες τους απέκλεισε στις δύσβατες αυτές περιοχές. Κι ο όλεθρος δεν άργησε να επέλθει: ύστερα από λίγες ημέρες ο Κρούμος επιτέθηκε στο στρατόπεδο του Νικηφόρου και εξολόθρευσε το στρατό του. Ο αυτοκράτορας αποκεφαλίστηκε και η κεφαλή του κραμάστηκε σε ξύλο για αρκετές ημέρες, «εις επίδειξιν των ερχομένων …εθνων και αισχύνην ημων», όπως γράφει ο Θεοφάνης. Στη συνέχεια η κεφαλή του αυτοκράτορα αποστεώθηκε, επαργυρώθηκε και μετετράπη σε ποτήρι απ’ όπου έπινε αυτός και οι άρχοντες των Σλάβων που τον επισκέπτονταν.


ΙΙΙ. Η διεύρυνση του μετώπου κατά το 812.
Τον Ιούνιο του 812 ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Α’ εξέρχεται εναντίον των Βουλγάρων. Στην ενέργεια αυτή του αυτοκράτορα ο Κρούμος απαντά με την άλωση της Δεβελτού, σημαντικής πόλης στα παράλια του Ευξείνου. Ο πληθυσμός της εκδιώκεται. Ο στρατός του Μιχαήλ αρχίζει να ταλανίζεται από εσωτερικές διαμάχες , γεγονός που δίνει την ευκαιρία στους Βουλγάρους να κινηθούν ανεχόχλητοι σε Θράκη και Μακεδονία προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στους εκεί πληθυσμούς. Οι κάτοικοι της Αγχιάλου και της Βέροιας εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Τους μιμούνται και οι υπερασπιστές οχυρωμάτων (κάστρα) της περιοχής, όπως η Νικαια, το Προβάτου. Ακολουθούν πληθυσμοί από τη Φιλιππούπολη και τους Φιλίππους. Μέσα στον όλο αναβρασμό οι μέτοικοι του Στρυμόνα (οι Παυλικιανοί;) εγκαταλείπουν την περιοχή για να επιστρέψουν στις πατρίδες τους.
Στα τέλη του ίδιου έτους όμως , ο Κρούμος προτείνει συνθήκη ειρήνης. Ζήτησε να αποτελέσει βάση για τη συμφωνία μια παλιότερη συνθήκη , που όριζε ως σύνορο την περιοχή Μηλεώνες της Θράκης.( Η χρονολόγηση αυτών των παλαιών σπονδών είναι προβληματική.) Η άρνηση του Μιχαήλ οδήγησε τον Κρούμο τον Οκτώβρη στη Μεσημβρία . Εκεί παρέταξε πολιορκητικές μηχανές (ελεπόλεις). Η πόλη έπεσε στα χέρια του Κρούμου, γεγονός που προκάλεσε αίσθηση στην Κωνσταντινούπολη .


ΙV. Οι στρατιωτικές εξελίξεις κατά το τελευταίο έτος της βασιλείας του Κρούμου (813).
Το Μάιο του 813 ο Μιχαήλ συγκεντρώνει στρατό στη Θράκη και ξεκινά εκστρατεία , χωρίς όμως να κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αρχές Ιουνίου κατήλθε στη Θράκη κι ο Κρούμος και στρατοπέδευσε στη Βερζινικία , σε μικρή απόσταση από τον αυτοκράτορα. Στα τέλη του ίδιου μήνα οι στρατοί παρατάχθηκαν κοντά στην Αδριανούπολη. Οι βυζαντινοί ηττώνται κατά κράτος. Ο αυτοκράτορας φυγαδεύεται στην Πόλη, όπου και θα παραχωρήσει την εξουσία στο Λέοντα, στρατηγό των ανατολικών. Ο Μιχαήλ και η αυτοκράτειρα Προκοπία βρίσκουν διέξοδο στο μοναχισμό. Ο Κρούμος που ταυτόχρονα μ΄ αυτά πολιορκούσε την Αδριανούπολη άφησε εκεί τον αδελφό του και κατευθύνθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Περιήλθε τα Τείχη από του ύψους των Βλαχερνών μέχρι τη Χρυσή Πύλη επιδεικνύοντας τη δύναμή του και πραγματοποίησε «δαιμονιώδεις θυσίας» μπροστά απ’ αυτήν. Στη θέα των απόρθητων Τειχών και της παράταξης του στρατού ζήτησε να συζητήσει με το Λέοντα περί ειρήνης. Οι βυζαντινοί του έστησαν ενέδρα, αλλά δεν κατάφεραν να τον σκοτώσουν. Αφού δήωσε το παλάτι στον Άγιο Μάμαντα (προάστειο έξω των Τειχών) ο Κρούμος, δίχως άλλο αποχώρησε. Έσπευσε στην Αδριανούπολη και την κατέλαβε.

Το τέλος του Κρούμου και η άνοδος του Ομουρτάγ.
Ο Θεοφάνης, ολοκληρώνοντας με το παραπάνω περιστατικό την αφήγησή του, δεν προλαβαίνει να κάνει λόγο για τα γεγονότα των δύο επόμενων ετών, μέχρι τη συνθήκη ειρήνης του 815.
Ο Κρούμος απεβίωσε αιφνιδίως την άνοιξη του 814, έχοντας ηττηθεί σε μάχη λίγους μήνες νωρίτερα (το φθινόπωρο του 813), κοντά στη Μεσημβρία. Τον διαδέχτηκε ο Ομουρτάγ. Αυτός , όντας πιο διαλλακτικός , συνήψε συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο για 30 χρόνια .
Ως σύνορο μεταξύ των η κρατών ορίζεται η γραμμή που διέρχεται την εξής πορεία:

Δεβελτός (Εύξεινος) - Ποταμός Τούντζας -Μακρολιβάδα . Στη συνέχεια τα σύνορα έπαιρναν κατεύθυνση προς το βορρά ως τον Αίμο.

Ακολουθεί μια περίοδος ομαλότητας στις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών. Αποκορύφωμα της καλής τους γειτονίας και της συνολικής βυζαντινής επίδρασης στη Βουλγαρία, ήταν ο εκχριστιανισμός των Βουλγάρων, μετά τη βάπτιση του ηγεμόνα Βόρη ή Βόγορη το 867 (με ανάδοχο τον τότε αυτοκράτορα Μιχαήλ ).

Επίλογος
Στόχος της παρούσας συγγραφής ήταν να παρουσιάσει τα στοιχεία εκείνα που οδήγησαν τους βυζαντινούς στην αποδοχή της νέας πραγματικότητας που επιφέρει στα Βαλκάνια η κάθοδος των Βουλγάρων και, η επιθυμία των τελευταίων να ιδρύσουν κράτος. Αυτά τα στοιχεία βέβαια δεν ήταν μόνο στρατιωτικής φύσης , αλλά και πολιτικά, κοινωνικά ή άλλα. Κάποια από αυτά εθίγησαν, στο βαθμό που επέτρεψε στο γράφοντα ο γενικός χαρτογραφικός χαρακτήρας της εργασίας .
Οι Πρωτοβούλγαροι, λαός πολεμικός και ημινομαδικός, κατάφεραν να προκαλέσουν έντονο προβληματισμό στους βυζαντινούς τον ενάμισι αιώνα που έπεται της εγκατάστασής τους στον Όγλο (680) . Ο ανταγωνισμός τους με το Βυζάντιο έχει τη βάση του , από τη δική τους πλευρά, στο απώτερο και απώτατο πολεμικό τους παρελθόν. Ανάλογες διαθέσεις παρουσίασε απέναντι στους γείτονές της και μια άλλη ομάδα που (όπως είδαμε στην αρχή της παρούσης συγγραφής ) , κατέφυγε στον παγωμένο βορρά και ίδρυσε εκεί κράτος .
Πέρα όμως απ’ αυτά, στην περίπτωση των Βουλγάρων του Αίμου, ο εις βάρος της Αυτοκρατορίας επεκτατισμός τους έχει και μιαν ακόμα αιτία: την έκθεσή τους στη βυζαντινή πολιτική ιδεολογία, ακόμα και πριν τον εκχριστιανισμό τους. Η κατάλυση του αβαρικού κράτους από τον Καρλομάγνο έφερε και στο βόρειο σύνορο της Βουλγαρίας ένα κράτος - φορέα της ρωμαϊκής ιδέας . Επιπλέον, μέσω του Βυζαντίου εισήχθη το Πρωτοβουλγαρικό κράτος στην «κοινωνία» των οργανωμένων μεσαιωνικών κρατών . Σε ρωμαϊκές εκτάσεις αναπτύχθηκε. Ίσως λοιπόν ο Κρούμος να αποτελεί το πρώτο παράδειγμα βούλγαρου ηγεμόνα, του οποίου η εξωτερική πολιτική επηρεάζεται, σε μικρό βαθμό βέβαια, από τη βυζαντινή πολιτική ιδεολογία.
Οι Βούλγαροι δεν έπαψαν φυσικά να απασχολούν το Βυζάντιο ˙ τον αμέσως επόμενο αιώνα , η αντιδικία τους θα περάσει και επίσημα πλέον σε ιδεολογικό επίπεδο. (Συμεών – Σαμούλ
)

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός


Ο Βυζαντινός πολιτισμός έχει τύχει εξίσου, σημαντικής αναγνώρισης , αλλά και έντονου αρνητικού σχολιασμού. Πολλοί μελετητές υποδεικνύουν το μεγάλο ρόλο που έπαιξε το Βυζάντιο στη διάσωση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς , ιδωμένης πάντα υπό το πρίσμα του χριστιανισμού. Σύμφωνα με τον Paul Lemerle, δύο περίοδοι , πρώτα αυτή των 9ου - 10ου και ύστερα εκείνη των 13ου - 15ου αιώνα , θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντίστοιχα ως ο πρώτος και δεύτερος βυζαντινός «ουμανισμός» - με την τρέχουσα και ευρύτερη σημασία του όρου. Εφόσον μια τέτοια άποψη γίνει αποδεκτή , οι ρίζες των ουμανιστικών αυτών ρευμάτων θα μπορούσαν -ίσως- να αναζητηθούν στο μεταίχμιο μεταξύ του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου , όταν ακόμα ο «αρχαίος τρόπος» εύρισκε πολλούς κοινωνούς , τόσο μέσα στους κόλπους της διοίκησης και των διαφόρων πνευματικών κύκλων , όσο και στις ευρύτερες λαϊκές μάζες – με διαφορετικές βέβαια για την κάθε πλευρά εφαρμογές. Οι τρεις πρώτοι αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (4ος - 6ος ) είναι μια περίοδος μεταβατική για την πολιτική ιδεολογία, τη θρησκευτικότητα, τον αυτοπροσδιορισμό της (κατά το όνομα) ρωμαϊκής κοινωνίας και φυσικά, το πνεύμα και τον πολιτισμό. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια διαμορφώθηκαν ποικίλες αντιλήψεις σχετικά με τη χρησιμότητα της αρχαίας γνώσης και του κατά πόσο αυτή εναρμονίζεται με τον πατερικό χριστιανισμό. Αυτές σύντομα απετέλεσαν δύο αντιθετικές (όπως θεωρήθηκαν τότε) μεταξύ τους τάσεις: Την αποδοχή απ΄ τη μια και την πλήρη άρνηση των διδαγμάτων του αρχαίου πνεύματος απ’ την άλλη . Η πνευματική αντίθεση ανάμεσα στο «ειδωλολατρικό» και χριστιανικό πνεύμα ήταν προφανώς πολύ βαθιά, καθώς το καθένα στηριζόταν σε βάσεις διαφορετικές . Αναπόφευκτα, δεν άργησαν να φτάσουν στη σύγκρουση .

1. Ελληνισμός και Χριστιανισμός.
Στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου - περιοχή εξελληνισμένη ήδη από τον 3ο π.Χ. αιώνα- οι άνθρωποι δεν έπαψαν ποτέ να μιλούν ελληνικά και να μορφώνονται με βάση τα αρχαία κείμενα . Εφόσον ο ειδωλολατρικός ελληνισμός έχανε διαρκώς έδαφος έναντι του επεκτεινόμενου χριστιανισμού , οι κλασικές σπουδές θα διέρχονταν κρίση. Απόψεις όπως του Jaeger για τη δυναμική διείσδυση της ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης στο χριστιανισμό , ή του Γρηγορίου Νύσσης που φτάνει να δηλώσει πως «όλη η ελληνική παιδεία μεταφέρθηκε στον ανατολικό ασκητισμό» , είναι σίγουρα υπερβολικές. Στον αντίποδα , η άποψη ότι οι χριστιανοί κατέστρεψαν οτιδήποτε αρχαιοελληνικό, μοιάζει ακραία, αν σκεφτούμε πως πολλοί χριστιανοί έτρεφαν βαθειά αγάπη για το χαρακτήρα και τα διδάγματα της «εθνικής» παιδείας, στην οποία είχαν εκτεθεί από νεαρή ηλικία.
Σημαντικό έργο που θεωρείται ότι φωτίζει σε κάποιο βαθμό τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν οι αρχαίοι συγγραφείς κατά τον 4ο αιώνα, είναι η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους ανιψιούς του. Ο Βασίλειος υποδεικνύει την ορθή κατά τη γνώμη του χρήση των αρχαιοελληνικών κειμένων. Θεωρεί πως η ενασχόληση με τους εθνικούς συγγραφείς είναι χρήσιμη και για την κατανόηση της Αγίας Γραφής. Υποδεικνύει μάλιστα τρόπους για το πως μπορούν ν’ αφομοιώσουν τα στοιχεία εκείνα που συμβαδίζουν με τη χριστιανική ηθική . Το έργο περιλαμβάνει αρκετά παραδείγματα από τον Όμηρο, που είχε τον 4ο μ.Χ. αιώνα σπουδαία θέση στην εκπαίδευση . Αναφέρονται επίσης ο Ησίοδος , ο Θέογνις και αρκετά ο Πλάτωνας.

Παρόμοιες ήταν και αντιλήψεις που εξέφραζαν κι άλλοι σύγχρονοι του Βασιλείου, όπως ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός ή ο λίγο παλαιότερος εκκλησιαστικός συγγραφέας Ωριγένης. Ο Θεοδώρητος Κύρου στο «Ἑλληνικών θεραπευτική παθημάτων» , παραδέχεται ότι μερικοί Έλληνες φιλόσοφοι έτυχε να εκφέρουν ορθές απόψεις . Θεωρεί όμως ότι αυτό έγινε είτε από θεία έμπνευση, είτε επειδή χρησιμοποίησαν ιδέες που είχαν δανειστεί από τους Εβραίους προφήτες. Το γεγονός ότι ανάμεσα σ’ όσους αποδέχονταν –έστω και μερικώς– τη χρησιμότητα πολλών από τα ελληνικά κείμενα ήταν εκκλησιαστικοί συγγραφείς και αξιωματούχοι , αποτελεί περαιτέρω απόδειξη της μεγάλης αξίας που είχε η «ελληνική» παιδεία στην ανατολική Μεσόγειο.
Ο Χριστιανισμός δεν μπόρεσε να αντιτάξει στις «εθνικές σπουδές» μια σχολή αμιγώς χριστιανικού χαρακτήρα . Έτσι εξηγείται και η ανεκτική στάση που τηρήθηκε απέναντι στη «θύραθεν» παιδεία κατά τους πρώτους αιώνες της Αυτοκρατορίας . Η σχολική και ανώτερη εκπαίδευση στην ανατολή, όπου παρέχονταν , παρέμεναν στις βάσεις τους ως είχαν κατά τον 1ο π.Χ αιώνα . Σε γενικές γραμμές , η εκπαίδευση ενός νέου του 5ου μ.Χ. αιώνα δε διέφερε σχεδόν σε τίποτα απ’ την εκπαίδευση ενός Έλληνα των πρώτων χριστιανικών χρόνων . Αποτέλεσμα ήταν να προσαρμοστεί ο χριστιανισμός στην κατάσταση αυτή . Καθώς μάλιστα, στη Δύση , η αρχαία παράδοση είχε υποστεί απότομη διακοπή και τα μοναστήρια κατείχαν ξεχωριστεί θέση στην εκπαίδευση , η κλασική παιδεία επιβιώνει τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα - κατ’ αποκλειστικότητα ίσως - στο Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Περιστασιακά μάλιστα προωθείται . Ακόμα και μετά την έκδοση νόμου από τον αυτοκράτορα Ιουλιανό , βάσει του οποίου απαγορευόταν στους χριστιανούς να αποκτούν ελληνική παιδεία , οι εκκλησιαστικοί διδάσκαλοι δεν έπαψαν να ασκούνται σ’ αυτή, είτε με κίνητρο την ευγλωττία και εκγύμναση του νου , είτε για να ανασκευάσουν τα λάθη στα ελληνικά έργα , όπως έλεγαν.

2. Η ανάδειξη της Κωνσταντινούπολης σε μεγάλο πνευματικό κέντρο (4ος-5ος αιώνας).

Η εξέλιξη της κρατικοποίησης αυξάνει το ενδιαφέρον και τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας στην εκπαίδευση. Η ανάγκη του κράτους σε διοικητικούς υπαλλήλους απαιτεί την ύπαρξη νομικών και ρητορικών σχολών , ενώ η Εκκλησία επιδιώκει να μορφώνει η ίδια τους κληρικούς της. Μεγάλο μέρος των υπηκόων της Αυτοκρατορίας στερείται οποιασδήποτε μόρφωσης , μια πραγματικότητα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πληθώρα ονομάτων ρητόρων, φιλοσόφων , σοφών , καθηγητών , που μας κληροδοτούν τα κείμενα του 4ου και 5ου αιώνα. Η ιδιωτική διδασκαλία ανθεί στα παραδοσιακά πολιτιστικά κέντρα της αυτοκρατορίας (Αθήνα , Αλεξάνδρεια , Αντιόχεια). Σε ό,τι αφορά την Κωνσταντινούπολη όμως , δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες για την εγκαθίδρυση μιας εκπαιδευτικής δραστηριότητας παρόμοιας μ’ εκείνη που άκμαζε στην Παλαιά Ρώμη . Είναι λογικό -παραμένει όμως ανεπιβεβαίωτο- ότι ο Μ. Κωνσταντίνος θα προσπάθησε να δημιουργήσει στη νέα του πρωτεύουσα,μέσα στα 7 χρόνια που την έζησε, τις κατάλληλες βάσεις για ανώτερη εκπαίδευση. Εκείνος όμως που ανέδειξε την Κωνσταντινούπολη και σε πνευματική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας , ήταν ο Κωνστάντιος.

α. Το έργο του Κωνστάντιου Β’.
Στη διάρκεια της βασιλείας του Κωνστάντιου Β΄ , που διαδέχτηκε τον Κωνσταντίνο το 337 , συγκεντρώνονται στην Κωνσταντινούπολη λόγιοι και καθηγητές απ’ τη Δύση, την Ελλάδα , την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία και αρχίζουν να διδάσκουν . Η διαμάχη μεταξύ «εθνικών» και χριστιανών υπάρχει, αλλά δεν έχει λάβει την πολεμική που θα την χαρακτηρίζει τον 6ο αιώνα. Ο Θεμίστιος , εθνικός συγκλητικός βλέπει την Κωνσταντινούπολη ως τόπο συγκέντρωσης και ανάπτυξης της εκπαίδευσης και γενικά των γραμμάτων ˙ παίζει μάλιστα σημαντικό ρόλο σ’ αυτό. Ο Κωνστάντιος συγκεντρώνει στην Κωνσταντινούπολη μια μεγάλη συλλογή αρχαίων φιλολογικών έργων , γεγονός για το οποίο δέχεται τους επαίνους του Θεμίστιου σε λόγο που εκφωνεί ο τελευταίος την Πρωτοχρονιά του 357. Στο λόγο αυτό εκφράζεται η πεποίθηση ότι οι αρχαίοι συγγραφείς «θα αναβιώσουν» στην Κωνσταντινούπολη. Τον ίδιο χρόνο ιδρύεται ένα μεγάλο αυτοκρατορικό κέντρο αντιγραφής ελληνικών κειμένων , σε μια εποχή που ήταν ακόμα δυνατό να βρεθούν αρχαία χειρόγραφα. Αυτοί οι τόμοι είναι φυσικό ότι θα φυλάχτηκαν σε κάποια βιβλιοθήκη . Η πρώτη αυτοκρατορική ή δημόσια βιβλιοθήκη είναι επομένως λογικό να ιδρύθηκε από τον Κωνστάντιο.5 Αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας ήταν να δημιουργηθεί μια τεράστια συλλογή αρχαίων τόμων στο μεταίχμιο 4ου – 5ο αιώνα. Όσα απ’ αυτά διατηρήθηκαν ως τον 9ο αιώνα αντιγράφηκαν εκ νέου, καθώς είχαν πια φθαρεί. Πρόκειται για δύο μοναδικές περιπτώσεις διάσωσης αρχαίων κειμένων σε τόσο μεγάλη κλίμακα.
Ο Κωνστάντιος φαίνεται πως έδινε μεγάλη σημασία και στη λογοτεχνική παιδεία , κάτι που διαφαίνεται σε νόμο που εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη.

β. Ενέργειες του Ιουλιανού.

Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός , στην τριετή βασιλεία του (361-363), προώθησε τα θέματα της παιδείας . Ως αρχαιολάτρης και μαθητής «εθνικών» δασκάλων στην Αθήνα και αλλού, προσπάθησε να προωθήσει το αρχαιοελληνικό πνεύμα όχι μόνο στην εκπαίδευση, αλλά και στην καθημερινότητα μιας κοινωνίας, η οποία όμως είχε προχωρήσει και , καταφύγει πια σε άλλους ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Αξιόλογη είναι πάντως η διάσωση χειρογράφων στην οποία προχώρησε, συλλέγοντάς τα και τοποθετώντας τα σε κτήριο που κατασκεύασε ειδικά για τη φύλαξη και τη μελέτη τους . Ο Ιουλιανός με νόμο του 362 , σε μια προσπάθεια εθνικο-ποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης, απομάκρυνε απ’ αυτήν καθώς και από το έργο της ερμηνείας των έργων της αρχαιότητας τους χριστιανούς δασκάλους, αντικαθιστώντας τους με εθνικούς. Φανατικοί χριστιανοί απομακρύνθηκαν από τις καθηγητικές έδρες τους, για να επιστρέψουν πάλι το 364 με νόμο των αυτοκρατόρων Βαλεντιανού και Βάλλεντα.

γ. Το «πανεπιστήμιο» του Θεοδοσίου Β’ και η άνθιση στην παιδεία κατά τον 5ο αιώνα.

Στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η Κωνσταντινούπολη είχε γίνει αναμφίβολα η πρωτοπόρος των γραμμάτων στην αυτοκρατορία . Οι σχολές των άλλων μεγάλων πόλεων, όπως η Σχολή της Αθήνας , βρίσκονταν σε παρακμή, ενώ στη Ρώμη - παρόλο που έπνεαν νέα πνευματικά ρεύματα – το επίπεδο σπουδών είχε υποβαθμιστεί, ώστε να θεωρείται στον τομέα αυτό , επαρχιακή πόλη .
Στις αρχές του 5ου αιώνα δημιουργείται στην Κωνσταντινούπολη ένα σύστημα που κατοχυρώνει ιδιωτική εκπαίδευση κατώτερης και μέσης βαθμίδας και δημόσια εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Ιδρύεται μάλιστα κρατικό ή αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο με νόμο του Θεοδόσιου Β’ το 425. Ουσιαστικά αναγνωρίζεται στην Κωνσταντινούπολη ένα είδος κρατικού μονοπωλίου της ανώτερης εκπαίδευσης . Μια μαρτυρία επιβεβαιώνει επίσης πόσο πολύ είχε αναπτυχθεί η Βιβλιοθήκη στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, αν και ο αριθμός των 120.000 τόμων που παραδίδει ο Ζωναράς μοιάζει υπερβολικός .


3. Η κρίση του 6ου αιώνα.
Πολλά είναι κατά τον 6ο αι. τα δείγματα παρακμής της προσπάθειας για σύνδεση του βυζαντινού πνεύματος με τον αρχαίο πολιτισμό . Η σύντομη βασιλεία του Ιουλιανού, είχε δώσει την αφορμή για να έρθει στο προσκήνιο το πρόβλημα της συμβίωσης του αρχαίου πολιτισμού με τη νέα θρησκεία και να ενταθεί η αμφισβήτηση προς την κλασική παιδεία από τα μέσα του 4ου αι. Η έρευνα πάνω στα αρχαία κείμενα και τα μαθήματα στην εκπαίδευση που σχετίζονταν με αυτά , δέχτηκαν ισχυρό κτύπημα όταν ο Ιουστινιανός διέταξε την απαγόρευση της ειδωλολατρίας (και κατ’ επέκταση τη μελέτη των κειμένων της), ενισχύοντας την σκληροπυρηνική χριστιανική πολεμική. Σύμφωνα με έναν Κώδικά του Ιουστινιανού , όσοι δεν συμβαδίζουν με χριστιανική διδασκαλία και την ορθόδοξη πίστη, οι ειδωλολάτρες , οι αιρετικοί , οι Ιουδαίοι, εξαιρούνται από τα αξιώματα. Επίσης, απαγορεύεται η διδασκαλία από «εθνικούς» καθηγητές . Η Σχολή των Αθηνών, που από τον προηγούμενο αιώνα είχε περιέλθει σε παρακμή, έκλεισε οριστικά το 529, μετά από πορεία 9 περίπου αιώνων. Για το αν οι καθηγητές της κατέφυγαν στην περσική αυλή ή όχι δεν έχει δοθεί βέβαιη απάντηση . Μόνο η Σχολή της Αλεξάνδρειας συνέχισε να λειτουργεί.
Πρόσθετα , η κατάργηση των συντάξεων των καθηγητών των λογικών τεχνών , είτε ερμηνευτεί ως στοιχείο του πολέμου εναντίον των μετεχόντων στην αρχαία παιδεία, είτε ως αποτέλεσμα των μεγάλων οικονομικών αναγκών που προκαλούσε η ανέγερση της Αγίας Σοφίας κι άλλων μνημειωδών κτηρίων στην Κωνσταντινούπολη , είχε ένα βέβαιο αποτέλεσμα: Το κλείσιμο των διδασκαλείων και την παρακμή της θύραθεν παιδείας στο Βυζάντιο . Οι αρχαίοι συγγραφείς έπαψαν ν’ αντιγράφονται και περιορίσθηκε ο ρόλος τους στην εκπαίδευση , μέχρι τον 9ο αιώνα .
Τα μέτρα του Ιουστινιανού φαντάζουν ως «η φυσική κατάληξη του αγώνα του χριστιανισμού εναντίον της ειδωλολατρίας», σύμφωνα με τον Paul Lemerle . Τον 6ο αιώνα,καθόλου τυχαία, εξαφανίζονται πολλές από τις ειδωλολατρικές ή παγανιστικές τάσεις, που επιβίωναν ακόμα στην καθημερινότητα, τα ήθη και τις τελετές. Άλλες πάλι φτάνουν μέχρι και σήμερα. Την ίδια περίοδο , για διάφορους λόγους, η ελληνική τείνει να γίνει η επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας .

Μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, ξεκινά η φτωχότερη σε πηγές εποχή για το Βυζάντιο, οι αποκαλούμενοι δύο βυζαντινοί «Σκοτεινοί Αιώνες». Ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας που επίκειται, θα παρουσιάζει δομές και χαρακτηριστικά που δε θα μοιάζουν σχεδόν σε τίποτα , μ’ εκείνα του αρχαίου ελληνισμού .Η «ελληνικότητα» των βυζαντινών Ελλήνων θα μετεξελιχθεί, μέσα από τα ιδιαίτερα στοιχεία που θα της κληροδοτήσει η νοοτροπία και ο πολιτισμός του Βυζαντίου, για να λάβει αυτό που σήμερα αποκαλούμε «ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα» .

Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

Συντακτικό Αρχαίας Ελληνικής



Το σημαντικότερο βοήθημα για το μαθητή Λυκείου, το φιλόλογο, τον αναγνώστη των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων.

Με την εκτενή χρήση παραδειγμάτων, τους εύχρηστους πίνακες και το προσεγμένο χειρισμό της ύλης, το Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης είναι απαραίτητο για κάθε υποψήφιο θεωρητικών σχολών.

"Στην ερώτηση του Σωκράτη προς τον Πρωταγόρα για το τι θα διδαχτεί ο νεαρός Ιπποκράτης, ο σοφιστής απαντά ότι θα τον βοηθήσει να αποκτήσει αρχικά την «ευβουλία» και τελικά την πολιτική αρετή. Ο Σωκράτης αμφισβητεί τη δυνατότητα του Πρωταγόρα για μια τέτοια διδασκαλία: Κανείς δεν μπορεί να διδάξει στον άλλον την πολιτική αρετή, καθώς όλοι την κατέχουν σε όμοιο βαθμό. Αυτό εξάλλου προκύπτει από το ότι μεγάλοι άνδρες (πχ. Περικλής), δεν κατόρθωσαν να την διδάξουν στα παιδιά τους. Ο Σωκράτης ενισχύει τον ισχυρισμό του με τα εξής επιχειρήματα:

α. Οι Αθηναίοι, σοφοί άνθρωποι, αφήνουν τον οιονδήποτε να μιλά στην Εκκλησία του Δήμου.
β. Ειδικούς συμβουλεύονται μόνο για τεχνικά θέματα.

Ο Πρωταγόρας απαντά στη σωκρατική αντίρρηση με μια μακρότατη ρήση που αποτελείται από δύο άνισα μέρη:

1. Ένα μύθο (Μύθος Προμηθέα), όπου ο σοφιστής απαντά στη σωκρατική αμφισβήτηση της ειδίκευσής των ανθρώπων στην πολιτική αρετή. Η τελευταία προκύπτει από τη δικαιοσύνη και τη λογική , πρέπει όμως να καλλιεργηθεί.

2. Ένα λόγο, με τον οποίο απαντά στον ισχυρισμό του Σωκράτη ότι οι αγαθοί άνδρες δεν μπορούν να διδάξουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους. Με λογικά επιχειρήματα, σειρά υποθέσεων και στοιχεία από την καθημερινότητα, θεωρεί πως αποδεικνύει πως η αρετή και μπορεί και πρέπει να διδάσκεται από τους γονείς στα παιδιά. "

από το βιβλίο