Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός


Ο Βυζαντινός πολιτισμός έχει τύχει εξίσου, σημαντικής αναγνώρισης , αλλά και έντονου αρνητικού σχολιασμού. Πολλοί μελετητές υποδεικνύουν το μεγάλο ρόλο που έπαιξε το Βυζάντιο στη διάσωση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς , ιδωμένης πάντα υπό το πρίσμα του χριστιανισμού. Σύμφωνα με τον Paul Lemerle, δύο περίοδοι , πρώτα αυτή των 9ου - 10ου και ύστερα εκείνη των 13ου - 15ου αιώνα , θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντίστοιχα ως ο πρώτος και δεύτερος βυζαντινός «ουμανισμός» - με την τρέχουσα και ευρύτερη σημασία του όρου. Εφόσον μια τέτοια άποψη γίνει αποδεκτή , οι ρίζες των ουμανιστικών αυτών ρευμάτων θα μπορούσαν -ίσως- να αναζητηθούν στο μεταίχμιο μεταξύ του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου , όταν ακόμα ο «αρχαίος τρόπος» εύρισκε πολλούς κοινωνούς , τόσο μέσα στους κόλπους της διοίκησης και των διαφόρων πνευματικών κύκλων , όσο και στις ευρύτερες λαϊκές μάζες – με διαφορετικές βέβαια για την κάθε πλευρά εφαρμογές. Οι τρεις πρώτοι αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (4ος - 6ος ) είναι μια περίοδος μεταβατική για την πολιτική ιδεολογία, τη θρησκευτικότητα, τον αυτοπροσδιορισμό της (κατά το όνομα) ρωμαϊκής κοινωνίας και φυσικά, το πνεύμα και τον πολιτισμό. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια διαμορφώθηκαν ποικίλες αντιλήψεις σχετικά με τη χρησιμότητα της αρχαίας γνώσης και του κατά πόσο αυτή εναρμονίζεται με τον πατερικό χριστιανισμό. Αυτές σύντομα απετέλεσαν δύο αντιθετικές (όπως θεωρήθηκαν τότε) μεταξύ τους τάσεις: Την αποδοχή απ΄ τη μια και την πλήρη άρνηση των διδαγμάτων του αρχαίου πνεύματος απ’ την άλλη . Η πνευματική αντίθεση ανάμεσα στο «ειδωλολατρικό» και χριστιανικό πνεύμα ήταν προφανώς πολύ βαθιά, καθώς το καθένα στηριζόταν σε βάσεις διαφορετικές . Αναπόφευκτα, δεν άργησαν να φτάσουν στη σύγκρουση .

1. Ελληνισμός και Χριστιανισμός.
Στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου - περιοχή εξελληνισμένη ήδη από τον 3ο π.Χ. αιώνα- οι άνθρωποι δεν έπαψαν ποτέ να μιλούν ελληνικά και να μορφώνονται με βάση τα αρχαία κείμενα . Εφόσον ο ειδωλολατρικός ελληνισμός έχανε διαρκώς έδαφος έναντι του επεκτεινόμενου χριστιανισμού , οι κλασικές σπουδές θα διέρχονταν κρίση. Απόψεις όπως του Jaeger για τη δυναμική διείσδυση της ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης στο χριστιανισμό , ή του Γρηγορίου Νύσσης που φτάνει να δηλώσει πως «όλη η ελληνική παιδεία μεταφέρθηκε στον ανατολικό ασκητισμό» , είναι σίγουρα υπερβολικές. Στον αντίποδα , η άποψη ότι οι χριστιανοί κατέστρεψαν οτιδήποτε αρχαιοελληνικό, μοιάζει ακραία, αν σκεφτούμε πως πολλοί χριστιανοί έτρεφαν βαθειά αγάπη για το χαρακτήρα και τα διδάγματα της «εθνικής» παιδείας, στην οποία είχαν εκτεθεί από νεαρή ηλικία.
Σημαντικό έργο που θεωρείται ότι φωτίζει σε κάποιο βαθμό τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν οι αρχαίοι συγγραφείς κατά τον 4ο αιώνα, είναι η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους ανιψιούς του. Ο Βασίλειος υποδεικνύει την ορθή κατά τη γνώμη του χρήση των αρχαιοελληνικών κειμένων. Θεωρεί πως η ενασχόληση με τους εθνικούς συγγραφείς είναι χρήσιμη και για την κατανόηση της Αγίας Γραφής. Υποδεικνύει μάλιστα τρόπους για το πως μπορούν ν’ αφομοιώσουν τα στοιχεία εκείνα που συμβαδίζουν με τη χριστιανική ηθική . Το έργο περιλαμβάνει αρκετά παραδείγματα από τον Όμηρο, που είχε τον 4ο μ.Χ. αιώνα σπουδαία θέση στην εκπαίδευση . Αναφέρονται επίσης ο Ησίοδος , ο Θέογνις και αρκετά ο Πλάτωνας.

Παρόμοιες ήταν και αντιλήψεις που εξέφραζαν κι άλλοι σύγχρονοι του Βασιλείου, όπως ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός ή ο λίγο παλαιότερος εκκλησιαστικός συγγραφέας Ωριγένης. Ο Θεοδώρητος Κύρου στο «Ἑλληνικών θεραπευτική παθημάτων» , παραδέχεται ότι μερικοί Έλληνες φιλόσοφοι έτυχε να εκφέρουν ορθές απόψεις . Θεωρεί όμως ότι αυτό έγινε είτε από θεία έμπνευση, είτε επειδή χρησιμοποίησαν ιδέες που είχαν δανειστεί από τους Εβραίους προφήτες. Το γεγονός ότι ανάμεσα σ’ όσους αποδέχονταν –έστω και μερικώς– τη χρησιμότητα πολλών από τα ελληνικά κείμενα ήταν εκκλησιαστικοί συγγραφείς και αξιωματούχοι , αποτελεί περαιτέρω απόδειξη της μεγάλης αξίας που είχε η «ελληνική» παιδεία στην ανατολική Μεσόγειο.
Ο Χριστιανισμός δεν μπόρεσε να αντιτάξει στις «εθνικές σπουδές» μια σχολή αμιγώς χριστιανικού χαρακτήρα . Έτσι εξηγείται και η ανεκτική στάση που τηρήθηκε απέναντι στη «θύραθεν» παιδεία κατά τους πρώτους αιώνες της Αυτοκρατορίας . Η σχολική και ανώτερη εκπαίδευση στην ανατολή, όπου παρέχονταν , παρέμεναν στις βάσεις τους ως είχαν κατά τον 1ο π.Χ αιώνα . Σε γενικές γραμμές , η εκπαίδευση ενός νέου του 5ου μ.Χ. αιώνα δε διέφερε σχεδόν σε τίποτα απ’ την εκπαίδευση ενός Έλληνα των πρώτων χριστιανικών χρόνων . Αποτέλεσμα ήταν να προσαρμοστεί ο χριστιανισμός στην κατάσταση αυτή . Καθώς μάλιστα, στη Δύση , η αρχαία παράδοση είχε υποστεί απότομη διακοπή και τα μοναστήρια κατείχαν ξεχωριστεί θέση στην εκπαίδευση , η κλασική παιδεία επιβιώνει τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα - κατ’ αποκλειστικότητα ίσως - στο Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Περιστασιακά μάλιστα προωθείται . Ακόμα και μετά την έκδοση νόμου από τον αυτοκράτορα Ιουλιανό , βάσει του οποίου απαγορευόταν στους χριστιανούς να αποκτούν ελληνική παιδεία , οι εκκλησιαστικοί διδάσκαλοι δεν έπαψαν να ασκούνται σ’ αυτή, είτε με κίνητρο την ευγλωττία και εκγύμναση του νου , είτε για να ανασκευάσουν τα λάθη στα ελληνικά έργα , όπως έλεγαν.

2. Η ανάδειξη της Κωνσταντινούπολης σε μεγάλο πνευματικό κέντρο (4ος-5ος αιώνας).

Η εξέλιξη της κρατικοποίησης αυξάνει το ενδιαφέρον και τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας στην εκπαίδευση. Η ανάγκη του κράτους σε διοικητικούς υπαλλήλους απαιτεί την ύπαρξη νομικών και ρητορικών σχολών , ενώ η Εκκλησία επιδιώκει να μορφώνει η ίδια τους κληρικούς της. Μεγάλο μέρος των υπηκόων της Αυτοκρατορίας στερείται οποιασδήποτε μόρφωσης , μια πραγματικότητα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πληθώρα ονομάτων ρητόρων, φιλοσόφων , σοφών , καθηγητών , που μας κληροδοτούν τα κείμενα του 4ου και 5ου αιώνα. Η ιδιωτική διδασκαλία ανθεί στα παραδοσιακά πολιτιστικά κέντρα της αυτοκρατορίας (Αθήνα , Αλεξάνδρεια , Αντιόχεια). Σε ό,τι αφορά την Κωνσταντινούπολη όμως , δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες για την εγκαθίδρυση μιας εκπαιδευτικής δραστηριότητας παρόμοιας μ’ εκείνη που άκμαζε στην Παλαιά Ρώμη . Είναι λογικό -παραμένει όμως ανεπιβεβαίωτο- ότι ο Μ. Κωνσταντίνος θα προσπάθησε να δημιουργήσει στη νέα του πρωτεύουσα,μέσα στα 7 χρόνια που την έζησε, τις κατάλληλες βάσεις για ανώτερη εκπαίδευση. Εκείνος όμως που ανέδειξε την Κωνσταντινούπολη και σε πνευματική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας , ήταν ο Κωνστάντιος.

α. Το έργο του Κωνστάντιου Β’.
Στη διάρκεια της βασιλείας του Κωνστάντιου Β΄ , που διαδέχτηκε τον Κωνσταντίνο το 337 , συγκεντρώνονται στην Κωνσταντινούπολη λόγιοι και καθηγητές απ’ τη Δύση, την Ελλάδα , την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία και αρχίζουν να διδάσκουν . Η διαμάχη μεταξύ «εθνικών» και χριστιανών υπάρχει, αλλά δεν έχει λάβει την πολεμική που θα την χαρακτηρίζει τον 6ο αιώνα. Ο Θεμίστιος , εθνικός συγκλητικός βλέπει την Κωνσταντινούπολη ως τόπο συγκέντρωσης και ανάπτυξης της εκπαίδευσης και γενικά των γραμμάτων ˙ παίζει μάλιστα σημαντικό ρόλο σ’ αυτό. Ο Κωνστάντιος συγκεντρώνει στην Κωνσταντινούπολη μια μεγάλη συλλογή αρχαίων φιλολογικών έργων , γεγονός για το οποίο δέχεται τους επαίνους του Θεμίστιου σε λόγο που εκφωνεί ο τελευταίος την Πρωτοχρονιά του 357. Στο λόγο αυτό εκφράζεται η πεποίθηση ότι οι αρχαίοι συγγραφείς «θα αναβιώσουν» στην Κωνσταντινούπολη. Τον ίδιο χρόνο ιδρύεται ένα μεγάλο αυτοκρατορικό κέντρο αντιγραφής ελληνικών κειμένων , σε μια εποχή που ήταν ακόμα δυνατό να βρεθούν αρχαία χειρόγραφα. Αυτοί οι τόμοι είναι φυσικό ότι θα φυλάχτηκαν σε κάποια βιβλιοθήκη . Η πρώτη αυτοκρατορική ή δημόσια βιβλιοθήκη είναι επομένως λογικό να ιδρύθηκε από τον Κωνστάντιο.5 Αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας ήταν να δημιουργηθεί μια τεράστια συλλογή αρχαίων τόμων στο μεταίχμιο 4ου – 5ο αιώνα. Όσα απ’ αυτά διατηρήθηκαν ως τον 9ο αιώνα αντιγράφηκαν εκ νέου, καθώς είχαν πια φθαρεί. Πρόκειται για δύο μοναδικές περιπτώσεις διάσωσης αρχαίων κειμένων σε τόσο μεγάλη κλίμακα.
Ο Κωνστάντιος φαίνεται πως έδινε μεγάλη σημασία και στη λογοτεχνική παιδεία , κάτι που διαφαίνεται σε νόμο που εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη.

β. Ενέργειες του Ιουλιανού.

Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός , στην τριετή βασιλεία του (361-363), προώθησε τα θέματα της παιδείας . Ως αρχαιολάτρης και μαθητής «εθνικών» δασκάλων στην Αθήνα και αλλού, προσπάθησε να προωθήσει το αρχαιοελληνικό πνεύμα όχι μόνο στην εκπαίδευση, αλλά και στην καθημερινότητα μιας κοινωνίας, η οποία όμως είχε προχωρήσει και , καταφύγει πια σε άλλους ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Αξιόλογη είναι πάντως η διάσωση χειρογράφων στην οποία προχώρησε, συλλέγοντάς τα και τοποθετώντας τα σε κτήριο που κατασκεύασε ειδικά για τη φύλαξη και τη μελέτη τους . Ο Ιουλιανός με νόμο του 362 , σε μια προσπάθεια εθνικο-ποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης, απομάκρυνε απ’ αυτήν καθώς και από το έργο της ερμηνείας των έργων της αρχαιότητας τους χριστιανούς δασκάλους, αντικαθιστώντας τους με εθνικούς. Φανατικοί χριστιανοί απομακρύνθηκαν από τις καθηγητικές έδρες τους, για να επιστρέψουν πάλι το 364 με νόμο των αυτοκρατόρων Βαλεντιανού και Βάλλεντα.

γ. Το «πανεπιστήμιο» του Θεοδοσίου Β’ και η άνθιση στην παιδεία κατά τον 5ο αιώνα.

Στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η Κωνσταντινούπολη είχε γίνει αναμφίβολα η πρωτοπόρος των γραμμάτων στην αυτοκρατορία . Οι σχολές των άλλων μεγάλων πόλεων, όπως η Σχολή της Αθήνας , βρίσκονταν σε παρακμή, ενώ στη Ρώμη - παρόλο που έπνεαν νέα πνευματικά ρεύματα – το επίπεδο σπουδών είχε υποβαθμιστεί, ώστε να θεωρείται στον τομέα αυτό , επαρχιακή πόλη .
Στις αρχές του 5ου αιώνα δημιουργείται στην Κωνσταντινούπολη ένα σύστημα που κατοχυρώνει ιδιωτική εκπαίδευση κατώτερης και μέσης βαθμίδας και δημόσια εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Ιδρύεται μάλιστα κρατικό ή αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο με νόμο του Θεοδόσιου Β’ το 425. Ουσιαστικά αναγνωρίζεται στην Κωνσταντινούπολη ένα είδος κρατικού μονοπωλίου της ανώτερης εκπαίδευσης . Μια μαρτυρία επιβεβαιώνει επίσης πόσο πολύ είχε αναπτυχθεί η Βιβλιοθήκη στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, αν και ο αριθμός των 120.000 τόμων που παραδίδει ο Ζωναράς μοιάζει υπερβολικός .


3. Η κρίση του 6ου αιώνα.
Πολλά είναι κατά τον 6ο αι. τα δείγματα παρακμής της προσπάθειας για σύνδεση του βυζαντινού πνεύματος με τον αρχαίο πολιτισμό . Η σύντομη βασιλεία του Ιουλιανού, είχε δώσει την αφορμή για να έρθει στο προσκήνιο το πρόβλημα της συμβίωσης του αρχαίου πολιτισμού με τη νέα θρησκεία και να ενταθεί η αμφισβήτηση προς την κλασική παιδεία από τα μέσα του 4ου αι. Η έρευνα πάνω στα αρχαία κείμενα και τα μαθήματα στην εκπαίδευση που σχετίζονταν με αυτά , δέχτηκαν ισχυρό κτύπημα όταν ο Ιουστινιανός διέταξε την απαγόρευση της ειδωλολατρίας (και κατ’ επέκταση τη μελέτη των κειμένων της), ενισχύοντας την σκληροπυρηνική χριστιανική πολεμική. Σύμφωνα με έναν Κώδικά του Ιουστινιανού , όσοι δεν συμβαδίζουν με χριστιανική διδασκαλία και την ορθόδοξη πίστη, οι ειδωλολάτρες , οι αιρετικοί , οι Ιουδαίοι, εξαιρούνται από τα αξιώματα. Επίσης, απαγορεύεται η διδασκαλία από «εθνικούς» καθηγητές . Η Σχολή των Αθηνών, που από τον προηγούμενο αιώνα είχε περιέλθει σε παρακμή, έκλεισε οριστικά το 529, μετά από πορεία 9 περίπου αιώνων. Για το αν οι καθηγητές της κατέφυγαν στην περσική αυλή ή όχι δεν έχει δοθεί βέβαιη απάντηση . Μόνο η Σχολή της Αλεξάνδρειας συνέχισε να λειτουργεί.
Πρόσθετα , η κατάργηση των συντάξεων των καθηγητών των λογικών τεχνών , είτε ερμηνευτεί ως στοιχείο του πολέμου εναντίον των μετεχόντων στην αρχαία παιδεία, είτε ως αποτέλεσμα των μεγάλων οικονομικών αναγκών που προκαλούσε η ανέγερση της Αγίας Σοφίας κι άλλων μνημειωδών κτηρίων στην Κωνσταντινούπολη , είχε ένα βέβαιο αποτέλεσμα: Το κλείσιμο των διδασκαλείων και την παρακμή της θύραθεν παιδείας στο Βυζάντιο . Οι αρχαίοι συγγραφείς έπαψαν ν’ αντιγράφονται και περιορίσθηκε ο ρόλος τους στην εκπαίδευση , μέχρι τον 9ο αιώνα .
Τα μέτρα του Ιουστινιανού φαντάζουν ως «η φυσική κατάληξη του αγώνα του χριστιανισμού εναντίον της ειδωλολατρίας», σύμφωνα με τον Paul Lemerle . Τον 6ο αιώνα,καθόλου τυχαία, εξαφανίζονται πολλές από τις ειδωλολατρικές ή παγανιστικές τάσεις, που επιβίωναν ακόμα στην καθημερινότητα, τα ήθη και τις τελετές. Άλλες πάλι φτάνουν μέχρι και σήμερα. Την ίδια περίοδο , για διάφορους λόγους, η ελληνική τείνει να γίνει η επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας .

Μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, ξεκινά η φτωχότερη σε πηγές εποχή για το Βυζάντιο, οι αποκαλούμενοι δύο βυζαντινοί «Σκοτεινοί Αιώνες». Ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας που επίκειται, θα παρουσιάζει δομές και χαρακτηριστικά που δε θα μοιάζουν σχεδόν σε τίποτα , μ’ εκείνα του αρχαίου ελληνισμού .Η «ελληνικότητα» των βυζαντινών Ελλήνων θα μετεξελιχθεί, μέσα από τα ιδιαίτερα στοιχεία που θα της κληροδοτήσει η νοοτροπία και ο πολιτισμός του Βυζαντίου, για να λάβει αυτό που σήμερα αποκαλούμε «ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα» .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου