Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Απαντήσεις στην Ιστορία Κατεύθυνσης,2010

ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ

Α.1 1. γ
2. α
5. ε
7. β
8. δ (Περισσεύουν από την α΄ στήλη -3- -4- -6-)

Α.2 α. Εθνικόν Κομιτάτον (Β:77). Ιστορικό πλαίσιο: Εθνοσυνέλευση 1862-4 / «Μικρότερη απήχηση (από τους πεδινούς και τους ορεινούς) ... Οθωμανική Αυτοκρατορία.»
β. Ομάδα Ιαπώνων (Β:86) «Το μοναδικό νέο στοιχείο ... διαλύθηκε το 1908.»
γ. Φροντιστήριο Τραπεζούντας (Β:248) «Το Φροντιστήριο ... εθνικής τους συνείδησης».

Β.1 (Β:210) «Κάτω από τις συνθήκες αυτές (=συνθήκες της σύγκρουσης Βενιζέλου – Πρίγκιπα)... εποχή» (/ ...το προμήνυμα της επανάστασης του Θερίσου.»)

Β.2 (Β:90-91) «Το πρώτο εξάμηνο του 1911 ... κοινοβουλευτικές συζητήσεις.»

ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
Σημείωση: Ό,τι αναγράφεται με πλάγια γράμματα, προέρχεται από τα παραθέματα / την κριτική μας σκέψη. Με στρογγυλά γράμματα αποδίδονται οι φράσεις του βιβλίου. Παρακάτω, η ενδεικτική Δομή των απαντήσεων

Γ.1. (Β:160-1) Η σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας (30 Ιανουαρίου 1923) προέβλεπε, αρχικά, την υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων κατοίκων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδας. Αυτή θα ίσχυε τόσο γι’ αυτούς που παρέμεναν στις εστίες τους όσο και για εκείνους που είχαν ήδη καταφύγει στην ομόθρησκη χώρα. Η ανταλλαγή ίσχυε αναδρομικά για όλες τις μετακινήσεις που έγιναν από τη μέρα που κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος (18 Οκτωβρίου 1912), ενώ για τις εγκαταλειφθείσες περιουσίες, θα δινόταν αποζημίωση.
Τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία θα δέχονταν οι πρόσφυγες αποζημίωση ήταν τα ακίνητα, αστικά και αγροτικά, τα κινητά αγαθά που δεν πουλήθηκαν σε τουρκικό έδαφος ή δεν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και οι καλλιεργημένοι αγροί μαζί με τα προϊόντα τους, όπως επίσης και τα διαφυγόντα κέρδη τους. Μάλιστα, αρκετοί πρόσφυγες βρέθηκαν (σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις επί των περιουσιών τους) εκπρόθεσμοι, είτε γιατί ήλθαν στην Ελλάδα μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής (αιχμάλωτοι στα τάγματα εργασίας, πρόσφυγες από τη Ρωσία, Κωνσταντινουπολίτες), είτε γιατί δεν μπορούσαν να υποβάλουν δήλωση εκείνη τη στιγμή λόγω ασθένειας, φυλάκισης ή ανηλικιότητας (περίπτωση ορφανών).
Το έργο της εκτίμησης της αξίας των εκατέρωθεν περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή. Για να βοηθήσει το έργο της ελληνικής αντιπροσωπείας, στη Μικτή Επιτροπή συστάθηκε το 1924 η Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής Πληθυσμών που υπαγόταν στο Υπουργείο Γεωργίας. Για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, ιδρύθηκαν κατά τόπους Γραφεία Ανταλλαγής Πληθυσμών.
Το έργο της εκτίμησης των περιουσιών προχωρούσε αργά και η δυσφορία του προσφυγικού κόσμου, που βρισκόταν σε απόγνωση, μεγάλωνε. Έτσι, υιοθετήθηκε η λύση να δοθεί μια προκαταβολή μέχρι την τελική αποπληρωμή της αξίας της περιουσίας που εγκαταλείφθηκε στην Τουρκία, αφού πρώτα το ελληνικό Δημόσιο προέβαινε σε προσωρινή εκτίμηση της. Η Εθνική Τράπεζα ανέλαβε να πληρώσει στους ανταλλάξιμους την προκαταβολή αυτή.
Οι προκαταβολές δίνονταν σε εκείνους που δεν είχαν μέχρι τότε αποκατασταθεί, με τη διευκρίνιση ότι η απλή υποτυπώδης στέγαση στους οικισμούς της ΕΑΠ ή του κράτους, γεγονός συχνό κατά τα πρώτα χρόνια, δεν θα εκλαμβανόταν ως αποκατάσταση. Για την εξοικονόμηση όσο το δυνατό περισσότερων πόρων από το κράτος, αλλά και να επιταχυνθεί η διαδικασία της αποζημίωσης, αποφασίστηκε η έκδοση ομολογιών με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Ποσοστό 20% της προσωρινής αποζημίωσης καταβλήθηκε σε μετρητά και το υπόλοιπο σε ομόλογα. Παρά την πρόσκαιρη ανακούφιση, η προσωρινή αυτή λύση δεν έκλεισε το ζήτημα. Οι προσφυγικές οργανώσεις αξίωναν την πλήρη αποζημίωση όπως εξάλλου προέβλεπε η σύμβαση της Λωζάνης σχετικά με τους ανταλλαξίμους, με αποτέλεσμα το θέμα να λάβει διαστάσεις και να γίνει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.
Η προσωρινή εκτίμηση των περιουσιών έγινε με βάση τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν στα κατά τόπους Γραφεία Ανταλλαγής. Οι αιτήσεις των δικαιούχων θα εξετάζονταν από ειδικές επιτροπές προσφύγων, συμπατριωτών των ενδιαφερομένων. Εάν θεωρούνταν ανακριβείς, προβλεπόταν αναθεώρηση τους από ένα Ανώτατο Συμβούλιο. Καθορίστηκαν επίσης τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία καταβαλλόταν αποζημίωση. Η προκαταβολή θα δινόταν σ' εκείνους που δεν είχαν μέχρι τότε αποκατασταθεί.
Για την οριστική εκτίμηση των εγκαταλειφθεισών περιουσιών συστάθηκαν 1.114 Πρωτοβάθμιες Επιτροπές Εκτίμησης, μία ή περισσότερες για καθεμία από τις 934 χριστιανικές κοινότητες της Τουρκίας. Τα ποικίλα προβλήματα που ανέκυψαν επέβαλαν αρχικά τη δημιουργία 52 Δευτεροβάθμιων Επιτροπών, 31 στην Αθήνα και 21 στην επαρχία, και στη συνέχεια, το Μάιο του 1927, 20 Δευτεροβάθμιων Επιτροπών (Εφετεία της Ανταλλαγής), 8 στην Αθήνα και 12 στην επαρχία.
Με την πάροδο του χρόνου η ολοκλήρωση του έργου της εκτίμησης των περιουσιών φαινόταν όλο και πιο μακρινή. Το έργο ήταν τεράστιο και επιπλέον η όλη διαδικασία υπονομευόταν από την τουρκική πλευρά.


Δ.1. (Β:53)
[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Προσοχή: Η εκφώνηση είναι δομημένη σε 3 υπο-ερωτήματα: σκοπός, οργάνωση και έργο της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικά στην περίπτωση των σκοπών και του έργου, προκαλείται μία αβεβαιότητα σχετικά με την ένταξη καθενός στοιχείου στο σωστό υπο-ερώτημα]

Το 1927, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, μιας φάσης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και, με αφορμή το αίτημα της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών για παροχή πρόσθετου δανείου, τέθηκε το ζήτημα της δημιουργίας μιας κεντρικής κρατικής τράπεζας, που θα αναλάμβανε τη διαχείριση των χρεών, την έκδοση χαρτονομίσματος και την ενιαία εφαρμογή της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Παρά τις αντιδράσεις της Εθνικής Τράπεζας και κάτω από την πίεση των ξένων συμβούλων, το Μάιο του 1927 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία άρχισε τη λειτουργία της ένα χρόνο αργότερα.
Όπως σημειώνει ο Χρ. Χατζηιωσήφ, στο εν λόγω απόσπασμα, το πρωτόκολλο της Γενεύης προέβλεπε γενικά ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα αναλάμβανε τον ρόλο του «τραπεζίτη της κυβέρνησης». Ειδικότερα, θα επιφορτιζόταν με το έργο της διαχείρισης εισπράξεων και πληρωμών κράτους και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Στη νέα, κεντρική Τράπεζα, ανετέθη η αποστολή της εγγύησης της μετατρεψιμότητας του εθνικού νομίσματος και ο έλεγχος της νομισματικής κυκλοφορίας και πίστης, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας. Το κράτος διατηρούσε το δικαίωμα ανάκλησης του χαρτονομίσματος, στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος αδυνατούσε να «εξασφαλίσει τη σταθερότητα της αξίας των χαρτονομισμάτων της σε χρυσό», ρήτρα που δεν εφαρμόστηκε καθώς η νέα τράπεζα κατόρθωσε να εξασφαλίσει της δραχμής σε χρυσό. Τέλος, η Τράπεζα θα αποτελούσε φορέα της κρατικής πολιτικής και εκφραστή των δημοσιονομικών επιλογών της εκάστοτε κυβέρνησης, ενώ με το καταστατικό ίδρυσής της εξασφάλιζε την ανεξαρτησία της από την κρατική εξουσία (αυξημένη αυτονομία) και μάλιστα, «με διατάξεις που ήταν από τις πιο προωθημένες της εποχής».
Όσον αφορά την οργάνωση της Τράπεζας της Ελλάδος, στο διοικητικό της συμβούλιο μετείχαν τρία μέλη από την εμποροβιομηχανική και τρία από την αγροτική τάξη, σε ένα πνεύμα ισοτιμίας. Η πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων και στον προγραμματισμό της οικονομικής πολιτικής της τράπεζας των συγκεκριμένων οικονομικών τάξεων αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συνέβαλε στην ευδόκιμη λειτουργία της και στα θετικά αποτελέσματά της. Η κυβέρνηση διόρισε αρμόδιο επίτροπο, ενώ ο πρώτος διοικητής και υποδιοικητής διορίστηκαν αντίστοιχα οι Αλέξανδρος Διομήδης και Εμμανουήλ Τσουδερός αντιστοίχως, οι οποίοι κατείχαν ως τότε αυτές τις θέσεις στην Εθνική Τράπεζα.
Σχετικά με το έργο της, πολύ γρήγορα η Τράπεζα της Ελλάδος πέτυχε σταθερές ισοτιμίες της δραχμής με τα ξένα νομίσματα, στηρίζοντας την έκδοση του χαρτονομίσματος στα αποθέματά της σε χρυσό και συνάλλαγμα και εξασφαλίζοντας τη μετατρεψιμότητα του εθνικού νομίσματος σε χρυσό. Ουσιαστικά λοιπόν υλοποιήθηκε η αποστολή που ανατέθηκε στη νέα Τράπεζα, ενώ ως κάλυμμα για την έκδοση των τραπεζογραμματίων χρησιμοποιήθηκαν, σύμφωνα με το ιστορικό κείμενο, τα αποθέματα σε χρυσό και ξένο μετατρέψιμο σε χρυσό συνάλλαγμα. Σύμφωνα, μάλιστα, με το καταστατικό, το κάλυμμα δεν μπορούσε να είναι λιγότερο του 40% επί του συνόλου της νομισματικής κυκλοφορίας.
Η επιτυχία αυτή οδήγησε τα δημόσια οικονομικά σε περίοδο ευφορίας, βελτίωσε την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους, ενίσχυσε την εισροή συναλλάγματος και τις επενδύσεις και προκάλεσε μια ισχυρή δυναμική που επέτρεψε τις σημαντικές πολιτικές, θεσμικές και οικονομικές πρωτοβουλίες της τελευταίας κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932).
Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις αρχές του 1932, εποχή κατά την οποία το ελληνικό κράτος έδειχνε να σχεδιάζει το μέλλον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, καθώς τότε εκδηλώθηκαν στη χώρα οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης, που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη το 1929.
Κάθε επιτυχία σε όλους τους υποψηφίους.....Γ.Μπιτσικώκος

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ TOY 1821-Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ


Η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί κορυφαίο γεγονός της διαχρονικής ιστορικής πορείας του ελληνισμού, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το 19ο αιώνα. Εκδηλώθηκε σε μια μεταβατική περίοδο για το (δυτικό) κόσμο και έχει προεκτάσεις κοινωνικές, εθνικές, πολιτικές και οικονομικές και μόνο σε ένα τόσο ευρύ πλαίσιο θα μπορούσε να ερμηνευθεί. Στη διεθνή βιβλιογραφία απαντά ως «ο ελληνικός Αγώνας για την Ανεξαρτησία» (The Greek War for Independence), τίτλος το λιγότερο τιμητικός, αν αναλογιστεί κανείς ότι πέραν της δικής μας Επαναστάσεως μονάχα μία ακόμα (Η Αμερικανική), έχει αποκληθεί (αγώνας για) Ανεξαρτησία (independence). Όποια άλλη, χαρακτηρίζεται απλώς και μόνο ως Επανάσταση (Revolution). (Τhe French Revolution- 1789, the Balkan Nations’ Revolutions-1870, The Russian Revolution-1917 κ.α.)
Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα ελληνικά εμπορικά πλοία έχουν μονοπωλήσει σχεδόν το μεσογειακό εμπόριο συνεπεία του ναυτικού αποκλεισμού που έχει επιβάλλει στις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις (πχ Αγγλία) ο Ναπολέων (1799-1814). Οι Έλληνες κερδίζουν σε χρήμα και εμπειρίες, γνωρίζουν τις σημαντικότερες ιδέες της Ευρώπης, ενώ το πνευματικό κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τούς φέρνει σε επαφή με την αρχαία τους κληρονομιά. Η πτώση του Ναπολέοντα στο Βατερλώ (1814) ανατρέπει αυτή την κατάσταση οικονομικής ευρωστίας ορισμένων ελληνικών εμπορικών κύκλων, καθώς η Αγγλία επιστρέφει στη Μεσόγειο ως μεγάλη ναυτική Δύναμη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε από εμπόρους, σε σημαντική παροικιακή-εμπορική πόλη του ελληνισμού (Οδησσός), μόλις ένα χρόνο μετά την ήττα του Ναπολέοντα και την επιστροφή των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο, που έπληξε τα συμφέροντα των μεγάλων ελληνικών οικονομικών παραγόντων.
Φυσικά, η Ευρώπη του α΄ τετάρτου του 19ου αιώνα (1800-1825) γνώρισε πολλές επαναστάσεις, σχεδόν όλες τους όμως ήταν κοινωνικές (πχ Carbonari στην Ιταλία). Η Φιλική Εταιρεία θα αποφασίσει και θα προετοιμάσει μια άλλου τύπου επανάσταση • μια Επανάσταση Εθνική, και μάλιστα εθνικο-απελευθερωτική. Βέβαια, η επανάστασή μας δεν ήταν η πρώτη εθνική επανάσταση! Είχε προηγηθεί εκείνη των Σέρβων το 1804 [1] . Ήταν όμως ή πρώτη που πέτυχε το σκοπό της και, γι΄ αυτό το λόγο, λαμβάνει το προσωνύμιο “War for Independence” και διαχωρίζεται από τις υπόλοιπες «Επαναστάσεις» (Revolutions).
Το κλίμα στην Ευρώπη δεν είναι καθόλου φιλικό για Επαναστάσεις αυτήν τη περίοδο. Μετά το τέλος των Ναπολεόντιων Πολέμων οι μεγάλοι της γηραιάς ηπείρου συνασπίζουν μια Συμμαχία με μόνο σκοπό να στηρίξει τα απολυταρχικά καθεστώτα και τις μεγάλες αυτοκρατορίες, συντρίβοντας όποιο επαναστατικό κίνημα. Μέσα σ΄ αυτές τις Αυτοκρατορίες συγκαταλεγόταν και το Οθωμανικό Κράτος [2] . Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις αποφάσισαν ότι αυτό θα έπρεπε πάσει θυσία να διατηρηθεί ανέπαφο. Σ’ αντίθετη περίπτωση, αυτές θα αναγκάζονταν να εμπλακούν σε πόλεμο μεταξύ τους για την επικράτηση στα οθωμανικά εδάφη του ενδιαφέροντός τους. Με τη διατήρηση όμως του υπάρχοντος status quo στην περιοχή, οι ευρωπαίοι θα εκμεταλλεύονταν επ’ άπειρον την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εμπορικά και οικονομικά .
Όταν εκδηλώθηκε στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας (σημερινή Ρουμανία - πολύ κοντά στην Οδησσό), η Ελληνική Επανάσταση, η Ιερά Συμμαχία των ευρωπαϊκών Απολυταρχιών είχε μόλις συντρίψει μια σειρά κινημάτων στην Ιταλία. Ένα μήνα μετά την αποτυχία του κινήματος του Υψηλάντη στο Δούναβη, η Επανάσταση μεταφέρεται στη γνωστή μας Ελλάδα, και κυρίως, στην Πελοπόννησο (τέλη Μαρτίου 1821). Με τον Αγώνα των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία γεννιόταν μια επιπλοκή του Ανατολικού Ζητήματος : Το Ελληνικό Ζήτημα. Οι δυνάμεις κράτησαν στάση αναμονής απέναντι στον Ελληνικό Αγώνα.
Στην Ευρώπη, οι Έλληνες έδωσαν έναν τεράστιο αγώνα για να αναγνωριστεί από τις Δυνάμεις το δικαίωμά τους για Ανεξαρτησία. Τις προσπάθειές τους συνέδραμαν και οι πολλοί Φιλέλληνες της Ευρώπης. Ο αυστριακός Καγκελάριος Μέττερνιχ, ορκισμένος εχθρός όλων των Επαναστάσεων, τάχθηκε από την πρώτη στιγμή εναντίον του Αγώνα των Ελλήνων, ζητώντας από τις Δυνάμεις να λάβουν μέτρα για την καταστολή του κινήματος. Η ανάληψη από το Γεώργιο Κάνιγκ καθηκόντων υπουργού εξωτερικών της Αγγλίας ωφέλησε τα ελληνικά πράγματα, εφόσον αυτός πέτυχε τη μεταστροφή των Δυνάμεων υπέρ των ελληνικών αιτημάτων. Η επιρροή του οδήγησε και στη σύναψη των δύο περιβόητων Δανείων της Ανεξαρτησίας, με τα οποία θα χρηματοδοτούνταν ο Αγώνας.
Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ – TA ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Οι ιστορικοί δεν μπορούν να καταλήξουν πότε ακριβώς ξέσπασε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Το μόνο βέβαιο είναι πως ξεκίνησε γύρω στις 20 Μαρτίου, στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας. Το ελληνικό κράτος επέλεξε να την γιορτάζει κάθε 25η Μαρτίου, μνημονεύοντας ένα γεγονός που οι ιστορικοί αμφισβητούν: την ύψωση ενός λαβάρου, μιας σημαίας, από τον πατέρα Γερμανό, μητροπολίτη Παλαιών Πατρών, στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Άσχετα με το αν το γεγονός αυτό συνέβη πραγματικά, (σημειωτέον ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δε βρισκόταν καν στην Αγία Λαύρα στα τέλη Μαρτίου), είναι ενδεικτικό του επαναστατικού κλίματος της εποχής: Έλληνες χωρικοί, κλέφτες και αρματολοί, οπλαρχηγοί, νέοι μορφωμένοι στην Ευρώπη, ιερείς και μοναστήρια, ακόμα και η άρχουσα τάξη, όλοι τους, ενεπλάκησαν με κάποιον τρόπο στο γενικό αναβρασμό.
Η Επανάσταση στην Ελλάδα ευδοκίμησε και τα κατορθώματα των επαναστατημένων Ελλήνων κυκλοφορούσαν παντού στην Ευρώπη ως πρώτη είδηση. Ύστερα από πολυάριθμες συγκρούσεις και ιδίως την πολιορκία της Τριπολιτσάς και τις νίκες στη Γραβιά, το Μακρυνόρος, τα Βασιλικά, ελευθερώθηκαν μεγάλες περιοχές. Την πρωτοχρονιά του 1822 ανακηρύχθηκε από την Α’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στην Επίδαυρο η «Πολιτική ύπαρξις και ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους». Το 1822 και 1823, με τη συντριβή του Δράμαλη από τον Κολοκοτρώνη, την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη και πολλές αλλεπάλληλες νίκες, ο Αγώνας εδραιώθηκε.
Από το 1824 ξεκίνησε η μεγάλη κάμψη της Επανάστασης, καθώς εκδηλώθηκαν δύο ελληνικοί εμφύλιοι πόλεμοι, που εξανέμισαν τα χρήματα των Δανείων από το εξωτερικό, αλλά και η σθεναρή αντίδραση του τουρκο-αιγυπτιακού στρατού και στόλου. Η Επανάσταση έσβησε στην Κρήτη, την Κάσο και τα Ψαρά, ενώ μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825, κινδύνευσε και το ίδιο κέντρο των επαναστατών. Ο Κολοκοτρώνης ανέλαβε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ με κλεφτοπόλεμο. Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε και η δεύτερη και τελική πολιορκία του Μεσολογγίου. Τον Απρίλιο του 1826, Κυριακή των Βαΐων, έπειτα από πολύμηνη πολιορκία, οι Μεσολογγίτες -πεινασμένοι και εξαθλιωμένοι- αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν έξοδο από τα τείχη και κατά μέτωπο σύγκρουση και, όπως ήταν αναμενόμενο, σφαγιάστηκαν όλοι. Η είδηση της ηρωικής εξόδου και της αυτοθυσίας των αδούλωτων υπερασπιστών του κατεστραμμένου πια Μεσολογγίου, έκανε τον γύρο του κόσμου και συζητιόταν για μήνες. Στα κοινοβούλια πολλών χωρών (πχ. Κούβα), τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των πεσόντων, ενώ η παγκόσμια κοινή γνώμη στράφηκε υπέρ των ελληνικών διεκδικήσεων.
Τότε, στη δυσκολότερη στιγμή για την Επανάσταση, επενέβησαν οι Δυνάμεις, και μάλιστα έμπρακτα: Στις 8/20 Οκτωβρίου 1826 οι ευρωπαϊκοί στόλοι αντιμετώπισαν τον τουρκοαιγυπτιακό στο Ναβαρίνο (στα ανοικτά της Πύλου) [3] . Η συντριπτική ήττα του οθωμανικού στόλου και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος που ακολούθησε, οδήγησαν σε μια σειρά διεθνών συμφωνιών με τις οποίες οι Δυνάμεις και η Τουρκία αναγνώριζαν τα δικαιώματα των Ελλήνων. Με την τελευταία από αυτές, το 1832, ιδρύθηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με βόρεια σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού.

ΠΡΟΣΩΠΑ

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Στρατηγός της Επανάστασης και αρχηγός του Αγώνα στην Πελοπόννησο. Γεννήθηκε στα 1770 στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας. Καταγόμενος από οικογένεια κλεφτών, κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου σημείωσε πατριωτική δράση. Τίθεται διαδοχικά στην υπηρεσία του ρωσικού και αγγλικού στρατού, πριν μεταβεί τελικά στην Πελοπόννησο, όπου θα αναδειχθεί αρχηγός της Επανάστασης. Μεγαλύτερα επιτεύγματά του η άλωση της Τριπολιτσάς, η εκμηδένιση της στρατιάς του Δράμαλη, ο πόλεμος νεύρων που διεξήγαγε απέναντι στον Ιμπραήμ, αλλά και η ενίσχυση του φρονήματος των Ελλήνων. Η δίωξη και σύντομη φυλάκισή του από τους Βαυαρούς του Όθωνα, μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως. Πέθανε το 1843.

Γεώργιος Καραϊσκάκης: Αρχηγός των επαναστατών στη Στερεά Ελλάδα μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Άγνωστο πότε γεννήθηκε, σαφώς νεώτερος του Κολοκοτρώνη, ο "γιος της καλόγριας", εξελίχθηκε σε κορυφαία μορφή της Επανάστασης, μετά τη δράση του στο Καρπερνήσι, τα Άγραφα, το Αγρίνιο, την Αθήνα. Σκοτώθηκε (ή δολοφονήθηκε) τον Απρίλη του 1827 σε μια συμπλοκή κατά τα γεγονότα της Μάχης της Αθήνας.
Κλέφτες και αρματολοί: Άτακτα ένοπλα τμήματα που δρούσαν αρκετές δεκαετίες πριν την Επανάσταση, πραγματοποιώντας επιθέσεις φθοράς και ληστρικές επιδρομές. Ειδικά οι αρματολοί, είχαν αρχικά οριστεί από την οθωμανική διοίκηση να προστατεύουν τα εμπορικά περάσματα στην Αυτοκρατορία, συχνά όμως υπέπιπταν στην κατηγορία των Κλεφτών. Όταν ξέσπασε ο Αγώνας , τα τμήματα αυτά ήταν ουσιαστικά τα μόνα ετοιμοπόλεμα, που μπορούσαν να τεθούν στην υπηρεσία της Επανάστασης.

Σημειώσεις -Παραπομπές
1.
Παρόλο που έχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές απόψεις σχετικά τον εθνικό χαρακτήρα εκείνου του σερβικού εγχειρήματος, έχει επικρατήσει η Σερβική Επανάσταση του 1804 να θεωρείται ως η πρώτη εθνική.
2. Το ερώτημα «ποια πρέπει να είναι η τύχη της Οθωμ. Αυτοκρατορίας: διατήρηση ή διάλυση;», καλείται Ανατολικό Ζήτημα.
3. Έχει μάλιστα ειπωθεί ότι χωρίς τη συνδρομή των Δυνάμεων στον Αγώνα, το ελληνικό Έθνος δε θα είχε κατορθώσει να απελευθερωθεί. Η ιστορία όμως δε στηρίζεται σε υποθέσεις και εκτιμήσεις, αλλά στα γεγονότα που πραγματικά συνέβησαν...

Γιώργος Β. Μπιτσικώκος, Ιστορικός