Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Απαντήσεις στην Ιστορία Κατεύθυνσης,2010

ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ

Α.1 1. γ
2. α
5. ε
7. β
8. δ (Περισσεύουν από την α΄ στήλη -3- -4- -6-)

Α.2 α. Εθνικόν Κομιτάτον (Β:77). Ιστορικό πλαίσιο: Εθνοσυνέλευση 1862-4 / «Μικρότερη απήχηση (από τους πεδινούς και τους ορεινούς) ... Οθωμανική Αυτοκρατορία.»
β. Ομάδα Ιαπώνων (Β:86) «Το μοναδικό νέο στοιχείο ... διαλύθηκε το 1908.»
γ. Φροντιστήριο Τραπεζούντας (Β:248) «Το Φροντιστήριο ... εθνικής τους συνείδησης».

Β.1 (Β:210) «Κάτω από τις συνθήκες αυτές (=συνθήκες της σύγκρουσης Βενιζέλου – Πρίγκιπα)... εποχή» (/ ...το προμήνυμα της επανάστασης του Θερίσου.»)

Β.2 (Β:90-91) «Το πρώτο εξάμηνο του 1911 ... κοινοβουλευτικές συζητήσεις.»

ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
Σημείωση: Ό,τι αναγράφεται με πλάγια γράμματα, προέρχεται από τα παραθέματα / την κριτική μας σκέψη. Με στρογγυλά γράμματα αποδίδονται οι φράσεις του βιβλίου. Παρακάτω, η ενδεικτική Δομή των απαντήσεων

Γ.1. (Β:160-1) Η σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας (30 Ιανουαρίου 1923) προέβλεπε, αρχικά, την υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων κατοίκων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδας. Αυτή θα ίσχυε τόσο γι’ αυτούς που παρέμεναν στις εστίες τους όσο και για εκείνους που είχαν ήδη καταφύγει στην ομόθρησκη χώρα. Η ανταλλαγή ίσχυε αναδρομικά για όλες τις μετακινήσεις που έγιναν από τη μέρα που κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος (18 Οκτωβρίου 1912), ενώ για τις εγκαταλειφθείσες περιουσίες, θα δινόταν αποζημίωση.
Τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία θα δέχονταν οι πρόσφυγες αποζημίωση ήταν τα ακίνητα, αστικά και αγροτικά, τα κινητά αγαθά που δεν πουλήθηκαν σε τουρκικό έδαφος ή δεν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και οι καλλιεργημένοι αγροί μαζί με τα προϊόντα τους, όπως επίσης και τα διαφυγόντα κέρδη τους. Μάλιστα, αρκετοί πρόσφυγες βρέθηκαν (σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις επί των περιουσιών τους) εκπρόθεσμοι, είτε γιατί ήλθαν στην Ελλάδα μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής (αιχμάλωτοι στα τάγματα εργασίας, πρόσφυγες από τη Ρωσία, Κωνσταντινουπολίτες), είτε γιατί δεν μπορούσαν να υποβάλουν δήλωση εκείνη τη στιγμή λόγω ασθένειας, φυλάκισης ή ανηλικιότητας (περίπτωση ορφανών).
Το έργο της εκτίμησης της αξίας των εκατέρωθεν περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή. Για να βοηθήσει το έργο της ελληνικής αντιπροσωπείας, στη Μικτή Επιτροπή συστάθηκε το 1924 η Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής Πληθυσμών που υπαγόταν στο Υπουργείο Γεωργίας. Για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, ιδρύθηκαν κατά τόπους Γραφεία Ανταλλαγής Πληθυσμών.
Το έργο της εκτίμησης των περιουσιών προχωρούσε αργά και η δυσφορία του προσφυγικού κόσμου, που βρισκόταν σε απόγνωση, μεγάλωνε. Έτσι, υιοθετήθηκε η λύση να δοθεί μια προκαταβολή μέχρι την τελική αποπληρωμή της αξίας της περιουσίας που εγκαταλείφθηκε στην Τουρκία, αφού πρώτα το ελληνικό Δημόσιο προέβαινε σε προσωρινή εκτίμηση της. Η Εθνική Τράπεζα ανέλαβε να πληρώσει στους ανταλλάξιμους την προκαταβολή αυτή.
Οι προκαταβολές δίνονταν σε εκείνους που δεν είχαν μέχρι τότε αποκατασταθεί, με τη διευκρίνιση ότι η απλή υποτυπώδης στέγαση στους οικισμούς της ΕΑΠ ή του κράτους, γεγονός συχνό κατά τα πρώτα χρόνια, δεν θα εκλαμβανόταν ως αποκατάσταση. Για την εξοικονόμηση όσο το δυνατό περισσότερων πόρων από το κράτος, αλλά και να επιταχυνθεί η διαδικασία της αποζημίωσης, αποφασίστηκε η έκδοση ομολογιών με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Ποσοστό 20% της προσωρινής αποζημίωσης καταβλήθηκε σε μετρητά και το υπόλοιπο σε ομόλογα. Παρά την πρόσκαιρη ανακούφιση, η προσωρινή αυτή λύση δεν έκλεισε το ζήτημα. Οι προσφυγικές οργανώσεις αξίωναν την πλήρη αποζημίωση όπως εξάλλου προέβλεπε η σύμβαση της Λωζάνης σχετικά με τους ανταλλαξίμους, με αποτέλεσμα το θέμα να λάβει διαστάσεις και να γίνει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.
Η προσωρινή εκτίμηση των περιουσιών έγινε με βάση τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν στα κατά τόπους Γραφεία Ανταλλαγής. Οι αιτήσεις των δικαιούχων θα εξετάζονταν από ειδικές επιτροπές προσφύγων, συμπατριωτών των ενδιαφερομένων. Εάν θεωρούνταν ανακριβείς, προβλεπόταν αναθεώρηση τους από ένα Ανώτατο Συμβούλιο. Καθορίστηκαν επίσης τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία καταβαλλόταν αποζημίωση. Η προκαταβολή θα δινόταν σ' εκείνους που δεν είχαν μέχρι τότε αποκατασταθεί.
Για την οριστική εκτίμηση των εγκαταλειφθεισών περιουσιών συστάθηκαν 1.114 Πρωτοβάθμιες Επιτροπές Εκτίμησης, μία ή περισσότερες για καθεμία από τις 934 χριστιανικές κοινότητες της Τουρκίας. Τα ποικίλα προβλήματα που ανέκυψαν επέβαλαν αρχικά τη δημιουργία 52 Δευτεροβάθμιων Επιτροπών, 31 στην Αθήνα και 21 στην επαρχία, και στη συνέχεια, το Μάιο του 1927, 20 Δευτεροβάθμιων Επιτροπών (Εφετεία της Ανταλλαγής), 8 στην Αθήνα και 12 στην επαρχία.
Με την πάροδο του χρόνου η ολοκλήρωση του έργου της εκτίμησης των περιουσιών φαινόταν όλο και πιο μακρινή. Το έργο ήταν τεράστιο και επιπλέον η όλη διαδικασία υπονομευόταν από την τουρκική πλευρά.


Δ.1. (Β:53)
[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Προσοχή: Η εκφώνηση είναι δομημένη σε 3 υπο-ερωτήματα: σκοπός, οργάνωση και έργο της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικά στην περίπτωση των σκοπών και του έργου, προκαλείται μία αβεβαιότητα σχετικά με την ένταξη καθενός στοιχείου στο σωστό υπο-ερώτημα]

Το 1927, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, μιας φάσης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και, με αφορμή το αίτημα της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών για παροχή πρόσθετου δανείου, τέθηκε το ζήτημα της δημιουργίας μιας κεντρικής κρατικής τράπεζας, που θα αναλάμβανε τη διαχείριση των χρεών, την έκδοση χαρτονομίσματος και την ενιαία εφαρμογή της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Παρά τις αντιδράσεις της Εθνικής Τράπεζας και κάτω από την πίεση των ξένων συμβούλων, το Μάιο του 1927 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία άρχισε τη λειτουργία της ένα χρόνο αργότερα.
Όπως σημειώνει ο Χρ. Χατζηιωσήφ, στο εν λόγω απόσπασμα, το πρωτόκολλο της Γενεύης προέβλεπε γενικά ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα αναλάμβανε τον ρόλο του «τραπεζίτη της κυβέρνησης». Ειδικότερα, θα επιφορτιζόταν με το έργο της διαχείρισης εισπράξεων και πληρωμών κράτους και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Στη νέα, κεντρική Τράπεζα, ανετέθη η αποστολή της εγγύησης της μετατρεψιμότητας του εθνικού νομίσματος και ο έλεγχος της νομισματικής κυκλοφορίας και πίστης, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας. Το κράτος διατηρούσε το δικαίωμα ανάκλησης του χαρτονομίσματος, στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος αδυνατούσε να «εξασφαλίσει τη σταθερότητα της αξίας των χαρτονομισμάτων της σε χρυσό», ρήτρα που δεν εφαρμόστηκε καθώς η νέα τράπεζα κατόρθωσε να εξασφαλίσει της δραχμής σε χρυσό. Τέλος, η Τράπεζα θα αποτελούσε φορέα της κρατικής πολιτικής και εκφραστή των δημοσιονομικών επιλογών της εκάστοτε κυβέρνησης, ενώ με το καταστατικό ίδρυσής της εξασφάλιζε την ανεξαρτησία της από την κρατική εξουσία (αυξημένη αυτονομία) και μάλιστα, «με διατάξεις που ήταν από τις πιο προωθημένες της εποχής».
Όσον αφορά την οργάνωση της Τράπεζας της Ελλάδος, στο διοικητικό της συμβούλιο μετείχαν τρία μέλη από την εμποροβιομηχανική και τρία από την αγροτική τάξη, σε ένα πνεύμα ισοτιμίας. Η πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων και στον προγραμματισμό της οικονομικής πολιτικής της τράπεζας των συγκεκριμένων οικονομικών τάξεων αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συνέβαλε στην ευδόκιμη λειτουργία της και στα θετικά αποτελέσματά της. Η κυβέρνηση διόρισε αρμόδιο επίτροπο, ενώ ο πρώτος διοικητής και υποδιοικητής διορίστηκαν αντίστοιχα οι Αλέξανδρος Διομήδης και Εμμανουήλ Τσουδερός αντιστοίχως, οι οποίοι κατείχαν ως τότε αυτές τις θέσεις στην Εθνική Τράπεζα.
Σχετικά με το έργο της, πολύ γρήγορα η Τράπεζα της Ελλάδος πέτυχε σταθερές ισοτιμίες της δραχμής με τα ξένα νομίσματα, στηρίζοντας την έκδοση του χαρτονομίσματος στα αποθέματά της σε χρυσό και συνάλλαγμα και εξασφαλίζοντας τη μετατρεψιμότητα του εθνικού νομίσματος σε χρυσό. Ουσιαστικά λοιπόν υλοποιήθηκε η αποστολή που ανατέθηκε στη νέα Τράπεζα, ενώ ως κάλυμμα για την έκδοση των τραπεζογραμματίων χρησιμοποιήθηκαν, σύμφωνα με το ιστορικό κείμενο, τα αποθέματα σε χρυσό και ξένο μετατρέψιμο σε χρυσό συνάλλαγμα. Σύμφωνα, μάλιστα, με το καταστατικό, το κάλυμμα δεν μπορούσε να είναι λιγότερο του 40% επί του συνόλου της νομισματικής κυκλοφορίας.
Η επιτυχία αυτή οδήγησε τα δημόσια οικονομικά σε περίοδο ευφορίας, βελτίωσε την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους, ενίσχυσε την εισροή συναλλάγματος και τις επενδύσεις και προκάλεσε μια ισχυρή δυναμική που επέτρεψε τις σημαντικές πολιτικές, θεσμικές και οικονομικές πρωτοβουλίες της τελευταίας κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932).
Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις αρχές του 1932, εποχή κατά την οποία το ελληνικό κράτος έδειχνε να σχεδιάζει το μέλλον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, καθώς τότε εκδηλώθηκαν στη χώρα οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης, που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη το 1929.
Κάθε επιτυχία σε όλους τους υποψηφίους.....Γ.Μπιτσικώκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου